Συνδιάσκεψη της ΛΑΕ: να πείσουμε τον κόσμο του αγώνα ότι δεν είμαστε...

Συνδιάσκεψη της ΛΑΕ: να πείσουμε τον κόσμο του αγώνα ότι δεν είμαστε μέρος του προβλήματος

του Παναγιώτη Σωτήρη από το 8ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" -24/06/2016

2
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Λίγες μέρες πριν τη συνδιάσκεψη της ΛΑΕ δεν χρειαζόμαστε ούτε επιδείξεις ενότητας ούτε επιχειρήσεις τόνωσης ηθικού αλλά τόλμη στην αναμέτρηση με τα ανοιχτά ερωτήματα για τη ριζοσπαστική Αριστερά.

Γιατί υπάρχει ένας «ελέφαντας στο δωμάτιο»: Το γεγονός ότι στην ευρωπαϊκή χώρα που έφτασε πιο κοντά στην κρίση ηγεμονίας από την «Επανάσταση των Γαριφάλων» και μετά, σήμερα εφαρμόζονται ακόμη τα Μνημόνια, το λαϊκό κίνημα είναι σε κρίση και η έννοια της Αριστεράς έχει ταυτιστεί με τη συνθηκολόγηση.

Απέναντι σε αυτό, οι διαρκείς επικλήσεις για την προϊούσα κατάρρευση της κυβέρνησης ή για τις επικείμενες κοινωνικές εκρήξεις και το λαό που είναι «έτοιμος να βγει στους δρόμους», μάλλον δεν θα βοηθήσουν το ξέσπασμα μαζικών κοινωνικών κινημάτων περισσότερο  από όσο οι περιφορές εικόνων Αγίων συμβάλλουν στην αποτροπή της ανομβρίας.

Χρειάζεται να αναμετρηθούμε με ειλικρίνεια με την εκρηκτική αντίφαση ότι την ώρα που η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα ακραία επιθετικό μνημόνιο -και παρά τη αυξημένη δυσαρέσκεια, ενίοτε και απελπισία των λαϊκών τάξεων- δεν βλέπουμε τον κόσμο να ξεσηκώνεται.

Μπορεί να επικροτεί τις πρακτικές αποδοκιμασίας των υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν αφήνει το δρόμο της επιβίωσης για να διαλέξει το δρόμο του αγώνα.

Η απόδοση της ευθύνης στη συστημική προπαγάνδα και στο σοκ της συνθηκολόγησης του καλοκαιριού δεν αρκεί.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι λαϊκές τάξεις συμπέραναν ότι «ούτε η Αριστερά μπορεί να διαμορφώσει όρους μιας εναλλακτικής».

Με αυτή την ανημπόρια αναμετριόμαστε, δηλαδή να απαντήσουμε όχι εάν τα μνημόνια είναι αντιλαϊκά ή ο Τσίπρας «προδότης», αλλά εάν είναι εφικτή η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους δανειστές.

Η γενικόλογη επίκληση της αντιμνημονιακής ανατροπής και η αποσιώπηση αιχμών και ζητημάτων δεν πείθει.

Χρειαζόμαστε έναν πραγματικό «οδικό χάρτη» για την έξοδο από το ευρώ και τη διαγραφή του χρέους, αλλά και για την συνολικότερη αποδέσμευση από την ΕΕ, ως αφετηρίες για την φιλολαϊκή έξοδο από την κρίση.

Αυτό δεν είναι ούτε απλώς «οικονομική πολιτική» ούτε ανάθεση σε μια «αριστερή κυβέρνηση», αλλά διαδικασία ταξικών συγκρούσεων που απαιτούν την ενεργό δράση του λαού, σε μια πορεία με πραγματικές δυσκολίες, που όμως είναι προτιμότερη από το τωρινό «σπιράλ θανάτου».

Ο άλλος δρόμος δεν είναι υπόθεση συνθημάτων.

Απαιτεί επεξεργασία προγραμματική που να ξεπερνά τα όρια του κλασικού οικονομισμού της Αριστεράς, με τη λατρεία της «ανάπτυξης», την αδιαφορία για το περιβάλλον, την εμμονή σε συμμαχίες με τη «μεσαία επιχειρηματικότητα».

Η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη και αποδέσμευση από την ΕΕ δεν αποτελούν «αναπτυξιακές πανάκειες», ιδίως στην τωρινή αποδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού.

Απαιτούν εξ αρχής έμφαση στη δημόσια ιδιοκτησία, στην αυτοδιαχείριση, στο δημοκρατικό σχεδιασμό.

Ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός δεν είναι υπόθεση του «μέλλοντος» αλλά της αντιμετώπισης των άμεσων δυσκολιών.

Όμως, η πολιτική δεν είναι υπόθεση μόνο λόγου, ακόμη και εάν σήμερα χρειαζόμαστε έναν άλλο λόγο της Αριστεράς για να ανασυγκροτήσουμε στη συνείδηση του λαού τη δυνατότητα ενός άλλου «παραδείγματος».

Είναι υπόθεση πρακτικών.

Ως ΛΑΕ δεν ξεφύγαμε από τα όρια μιας κοινοβουλευτικής αντίληψης της πολιτικής, μιας διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας.

Η διατήρηση κοινών σχημάτων με τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ σπέρνει σύγχυση και αποπνέει καιροσκοπισμό που δεν πείθει έναν κόσμο περισσότερο δύσπιστο παρά ποτέ απέναντι σε όλη την Αριστερά.

Δεν γίναμε ο καταλύτης για τη μεγάλη συζήτηση, την αναγκαία συνάντηση και τη συλλογική αυτοκριτική που απαιτείται για να υπάρξει ξανά ριζοσπαστική Αριστερά.

Τα αντανακλαστικά που βλέπουμε γύρω μας, π.χ. με αγωνιστές να εγκαταλείπουν τα ερωτήματα του προγράμματος και της στρατηγικής και να αναζητούν απλώς πρόσωπα με αυξημένη δημοτικότητα που θα εγγυηθούν την κοινοβουλευτική είσοδο, αποτελούν συμπτώματα κρισιακά.

Η ΛΑΕ καλείται στην πραγματικότητα όχι να συγκροτηθεί αλλά να επανιδρυθεί.

Από το μέτωπο-εκλογικό μηχανισμό να πάμε στο μέτωπο-εργαστήρι για νέες συνθέσεις, νέες επεξεργασίες, νέους τρόπους να κάνουμε πολιτική.

Το μέτωπο που δεν επεξεργάζεται «καμπάνιες» αλλά να προτείνει σχέδιο για να υπάρξουν ξανά κινήματα, που δεν ρίχνει συνθήματα αλλά προγράμματα βγαλμένα μέσα από την αναζήτηση των αγωνιστών, που δεν «κατεβάζει γραμμή» αλλά έχει εμπιστοσύνη ότι οι αγωνιστές της βάσης «ξέρουν καλύτερα» και τις/τους ακούει και μαθαίνει, που δεν αναπαράγει ιεραρχίες, ιστορικές ηγεσίες και κατοχυρωμένες ταυτότητες, αλλά φέρνει στο προσκήνιο νέο ριζοσπαστισμό και νέα συλλογικότητα.

Ένα τέτοιο μέτωπο δεν έχει ανάγκη από μάχες οπισθοφυλακής μηχανισμών, που συνήθως αποδεικνύονται μάταιες.

Έχει ανάγκη από το πιο πλατύ άνοιγμα της κουβέντας, την ουσιαστική αντιπαράθεση απόψεων και κατευθύνσεων, το κοίταγμα κατάματα των δικών μας ανεπαρκειών, το συλλογικό ξεβόλεμα  και το διαζύγιο από τις ευκολίες και τις ρουτίνες μας.

Ο κόσμος της ριζοσπαστικής αναζήτησης και του αγώνα μέχρι τώρα μας κρίνει αυστηρά και αρνητικά.

Μας θεωρεί μέρος του προβλήματος και κομμάτι της κρίσης της Αριστεράς.

Στη συνδιάσκεψη ας προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι μπορούμε να είμαστε αφετηρία της ανασύνθεσης της Αριστεράς ως δύναμης ελπίδας και ανατροπής.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ