Η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά (στην Ελλάδα)

Η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά (στην Ελλάδα)

του Γιώργου Αλεξάτου - 28/04/2016

1
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Αν και οι πρώτοι εορτασμοί της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Αθήνα έγιναν στα 1893 και ’94, και στην υπό οθωμανική κυριαρχία Θεσσαλονίκη το 1909, ελάχιστες ήταν οι πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις κατά την περίοδο των πολεμικών περιπετειών από το 1912 έως το 1922, κι αυτές απαγορευμένες και αντιμετωπιζόμενες με αστυνομική καταστολή.

Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής πολιτικής των βενιζελικών κυβερνήσεων ήταν η δημιουργία όρων για τη διευκόλυνση της επενδυτικής δραστηριότητας του κεφαλαίου, ώστε να υπάρξει η αναγκαία μεταπολεμική οικονομική ανάκαμψη.

Ακύρωση εργατικών κατακτήσεων

Κάτι τέτοιο προϋπέθετε την ακύρωση εργατικών κατακτήσεων της προηγούμενης περιόδου, όταν η ανάγκη διατήρησης κλίματος κοινωνικής ειρήνης στο εσωτερικό για την απρόσκοπτη διεξαγωγή των πολεμικών τυχοδιωκτισμών υποχρέωνε σε υποχωρήσεις έναντι των εργατικών αιτημάτων. Άλλωστε, υπήρχε πλέον και η άφθονη και φτηνή εργατική δύναμη που μπορούσε να προσφέρει το εξαθλιωμένο προσφυγικό προλεταριάτο.

Η αντίσταση των εργαζομένων στην πολιτική αυτή αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη βιαιότητα, με αποκορύφωμα τη δολοφονία έντεκα απεργών εργατών στον Πειραιά, τον Αύγουστο 1923, και την πολύμηνη απαγόρευση της λειτουργίας των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ενώ πρωθυπουργός έχει γίνει ο παλιός ηγέτης των σοσιαλιζόντων «Κοινωνιολόγων» Αλέξανδρος Παπαναστασίου, που πρωτοστάτησε στην ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας στις 25 Μαρτίου 1924, η πολιτική απέναντι στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα παρέμεινε η ίδια: αναίρεση των εργατικών κατακτήσεων και καταστολή των εργατικών αγώνων.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής απαγορεύτηκε και ο εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στο κέντρο της Αθήνας και του Πειραιά, σε αντίθεση με την απόφαση των Εργατικών Κέντρων των δύο πόλεων. Ως χώρος εορτασμού επιτράπηκαν οι στύλοι του Ολυμπίου Διός, ενώ ορίστηκε και χρόνος έναρξης και λήξης.

Αποφασισμένο να γιορτάσει την Πρωτομαγιά στο κέντρο της πόλης, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας κάλεσε σε συγκέντρωση έξω από τα γραφεία του στην πλατεία Δημοτικού Θεάτρου. Εκεί συγκεντρώθηκε πλήθος εργαζομένων, από τις 9 το πρωί της Πέμπτης 1 Μαΐου, ενώ κατά τις 10 εμφανίστηκαν δυνάμεις του στρατού και δόθηκε διαταγή να διαλυθεί η συγκέντρωση. Οι εργαζόμενοι απάντησαν με τον «Ύμνο της Διεθνούς» και με συνθήματα ταξικά και αντικυβερνητικά.

Για τη διάλυση των συγκεντρωμένων χρησιμοποιήθηκαν δύο υδραντλίες, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ακολούθησαν πυροβολισμοί από τους αξιωματικούς και επέλαση του ιππικού, αν και πολλοί στρατιώτες αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις διαταγές.

Συνέπεια της επίθεσης ήταν δεκάδες τραυματισμοί διαδηλωτών, κυρίως από ξιφολόγχες, καθώς και περί τις 50 συλλήψεις. Μεταξύ των τραυματιών ήταν και ο Σωτήρης Παρασκευαΐδης, που χτυπήθηκε από ξιφολόγχη στο κεφάλι, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και πέθανε την άλλη μέρα, την Παρασκευή 2 Μαΐου. Επρόκειτο για τον πρώτο νεκρό σε πρωτομαγιάτικη κινητοποίηση στην Ελλάδα.

Ο Σωτήρης Παρασκευαΐδης ήταν ένας νέος εργάτης που εντάχθηκε στο εργατικό κίνημα μέσα από την οδυνηρή εμπειρία των αλλεπάλληλων πολεμικών περιπετειών, κατά τις οποίες έχασε τα δυο του αδέλφια, ενώ έζησε κι ο ίδιος τον εφιάλτη του πολέμου ως στρατιώτης.

Με ενεργό συμμετοχή στο μαζικό κίνημα

Εργαζόμενος ως ζαχαροπλάστης, εντάχθηκε στο σωματείο του κλάδου του, αναπτύσσοντας συνδικαλιστική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, συμμετείχε ενεργά στο μαζικό κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών, το οποίο ανέπτυσσε δραστηριότητα αντιπολεμική και αντιμιλιταριστική, ενώ πρόβαλλε και ζητήματα επαγγελματικής αποκατάστασης των απολυθέντων στρατιωτών. Η προσχώρησή του στο Τμήμα Αθήνας της Ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας, της ΟΚΝΕ, ήταν η αναμενόμενη εξέλιξη.

Θέλοντας να αποφύγουν τη μετατροπή της κηδείας του νεαρού εργάτη σε πανεργατική κινητοποίηση, οι Αρχές άσκησαν πιέσεις στον πατέρα του, υποχρεώνοντάς τον να πραγματοποιήσει την κηδεία χωρίς ενημέρωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Την καταγγελία την έκανε ο ίδιος ο Χαράλαμπος Παρασκευαΐδης, με επιστολή του στον «Ριζοσπάστη», στις 7 Μαΐου.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ