Προλεγόμενα σε μία συζήτηση για το έθνος

Προλεγόμενα σε μία συζήτηση για το έθνος

του ΣΠΥΡΟΥ ΣΚΑΜΝΕΛΟΥ - 18/03/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το παρόν άρθρο αποτελεί περίληψη εισήγησης κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008, που έγινε στην Άρτα στις 22/2.

«Eις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν […] Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. […] Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.»

Η σημασία της αρχαιότητας

Με αυτό το σχήμα, παρμένο αυτούσιο από τις διδαχές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, επέλεξε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης να συνοψίσει τη μακρά διαδρομή της ελληνικής Ιστορίας, από την εποχή του Αριστείδη και του Θεμιστοκλή μέχρι τις μέρες του, κατά την ιστορική ομιλία του στην Πνύκα το 1838. Αν κάτι μας εντυπωσιάζει σήμερα, δεν είναι βέβαια η κεντρική σημασία της ελληνικής αρχαιότητας, αλλά η απουσία κάθε αναφοράς στη βυζαντινή χιλιετία, που θεωρείται -έστω και σιωπηρά- ως μία ακόμη περίοδος βαρβαρικής κατάκτησης.

Τα δικαιώματα των Ελλήνων για την πολιτική τους ανεξαρτησία θεμελιώνονται αποκλειστικά μέσω της αναφοράς στην ένδοξη αρχαιότητα, με την οποία ήρθαμε σε επαφή χάρη στα βιβλία των γραμματισμένων.

Κι όμως! Λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα, ο Κολοκοτρώνης είχε μιαν άλλη, αρκετά διαφορετική ιστορία να μας διηγηθεί. Ας τον ακούσουμε και πάλι: «Εμείς, καπιτάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα».

Από την εξιστόρηση αυτή, απουσιάζει κάθε αναφορά στην αρχαία Ελλάδα, τα δε ιστορικά δικαιώματα των επαναστατημένων Ελλήνων για την πολιτική τους ανεξαρτησία θεμελιώνονται στις λαϊκές αναμνήσεις για τον τελευταίο εκείνο βασιλέα, που έπεσε μαχόμενος στα τείχη της Βασιλεύουσας.

Οι δύο αυτές παράλληλες και, σε μεγάλο βαθμό, ασύμβατες και ανταγωνιστικές εθνικές αφηγήσεις («ελληνική» η πρώτη, «ρωμαίικη» η δεύτερη) κατέστη δυνατό να συγχωνευθούν σε ενιαίο σχήμα μόλις κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, χάρη στην εργασία της ρομαντικής ιστοριογραφικής σχολής, που κορυφώνεται με την έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, η οποία αποτέλεσε έκτοτε τον κανόνα της δημόσιας (σχολικής και όχι μόνο) Ιστορίας μέχρι τις μέρες μας.

Αρχαιότητα, Βυζάντιο και Νέος Ελληνισμός θ’ αποτελέσουν έκτοτε τις τρεις διακριτές φάσεις του ίδιου εθνικού Υποκειμένου, στην τρισχιλιόχρονη ιστορική του διαδρομή. Θα ήταν ωστόσο σφάλμα να θεωρηθεί ότι αυτή η «εθνικοποίηση του (ελληνικού) παρελθόντος» εγκαινιάζεται με τον Παπαρρηγόπουλο.

Η «εθνικοποίηση του παρελθόντος»

Η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας δεν θα πρέπει να συγχέεται με τις απαρχές της. Διότι η «εθνικοποίηση του παρελθόντος» είναι ήδη παρούσα και ενεργή στις ίδιες τις αφηγήσεις του Κολοκοτρώνη, που φέρουν ανεξίτηλη τη σφραγίδα του Διαφωτισμού.

Σε ό,τι έχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της Τουρκοκρατίας, αρματολοί και κλέφτες, Μανιάτες και Σουλιώτες, με το να θεωρούνται αναδρομικά ως «φρουρά του βασιλέως», εμφανίζονται στην αφήγηση του Κολοκοτρώνη να διεξάγουν από γενιά σε γενιά πόλεμο «εθνικό» κι επιφορτίζονται μ’ έναν ρόλο που ελάχιστη σχέση είχε με τη δική τους αυτοκατανόηση.

Πραγματικά, τόσο τα αρματολίκια, όσο και οι μισοαυτόνομες πολεμικές κοινότητες στο Σούλι και στη Μάνη αποτελούσαν πραγματικότητες πλήρως (αν και όχι πάντοτε ομαλά) ενταγμένες στο οθωμανικό σύστημα και σε καμία περίπτωση δεν είχαν «παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους» και δη ως υπερασπιστές της ελληνικής ελευθερίας.

Σε παρόμοια αναδρομική εθνικοποίηση υποβάλλεται και το απώτερο αρχαιοελληνικό παρελθόν. «Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους», αφηγείται ο Κολοκοτρώνης, αναπαράγοντας εδώ το σχήμα του Διαφωτισμού. Οι αρχαίοι Έλληνες λοιπόν, ως μέλη του ίδιου εθνικού σώματος, θα όφειλαν να είναι μονιασμένοι.

Με βάση το σχήμα αυτό, οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των ελληνικών πόλεων δεν μπορούν παρά να είναι «εμφύλιοι». Το ότι ουδέποτε θεωρήθηκαν ως εμφύλιοι από τους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες δεν αποτελεί παρά μια ενοχλητική «λεπτομέρεια», που δεν πρέπει βεβαίως να μπαίνει εμπόδιο στην εθνική αφήγηση.

Και, στο κάτω-κάτω, αν από μια τέτοια «λεπτομέρεια» δεν πτοήθηκε ο σοφός Κοραής, γιατί θα έπρεπε να πτοηθεί ο ολιγογράμματος Κολοκοτρώνης;

Διότι το έθνος είναι πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα μια κοινότητα πολιτικής αλληλεγγύης.

«Το Ελληνικόν» του Ηροδότου, όσο κι αν ανταποκρίνεται σε μια κοινότητα πολιτισμού, καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, δεν συγκροτεί μια πολιτική κοινότητα. Όσο κι αν δεν χωρεί αμφιβολία για το ότι κατά την αρχαιότητα υπήρχαν Έλληνες (σε αντιδιαστολή προς τον κόσμο των βαρβάρων), άλλο τόσο είναι βέβαιο ότι η μονάδα πολιτικής αλληλεγγύης ήταν η «πόλις» και όχι κάποιο «ελληνικό έθνος» ή η ιδέα του «Ελληνισμού». Σύμφωνα με την αντίληψη των αρχαίων, μόνο στο εσωτερικό της «πόλεως» ήταν δυνατό να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος.

Το Βυζάντιο

Μεγάλη συζήτηση γίνεται για το εάν και κατά πόσον το Βυζάντιο ήταν ελληνική αυτοκρατορία, για το εάν και κατά πόσον «οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες» κλπ. Ακόμα και αν έχουμε όλη την καλή διάθεση να δεχτούμε ότι οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες, παραβλέποντας τον κραυγαλέο αναχρονισμό, αυτό σε καμία περίπτωση δεν θα ισοδυναμούσε με την ύπαρξη ελληνικού έθνους στο Βυζάντιο.

Όσο ελληνική κι αν θελήσουμε να φανταστούμε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από την άποψη του πολιτισμού, δεν αποτελούσε ελληνικό εθνικό κράτος, καθώς δεν αντλούσε τη νομιμοποίησή της από κάποια εθνική ιδέα. Θεμέλιό της υπήρξε, απ’ την αρχή έως το τέλος, η οικουμενικότητα της (ρωμαϊκής) αυτοκρατορικής ιδέας και η στενά συνυφασμένη μ’ αυτήν οικουμενικότητα της αληθινής (δηλαδή της ορθόδοξης) χριστιανικής Εκκλησίας.

Να το διατυπώσουμε όσο πιο επιγραμματικά γίνεται: έθνος και αυτοκρατορία είναι έννοιες ασύμβατες. Εκεί όπου υπάρχουν αυτοκρατορίες, δεν έχουν αναδυθεί ακόμα έθνη. Εκεί όπου αρχίζουν να αναδύονται έθνη, οι αυτοκρατορίες αποσυντίθενται.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ