Συνέντευξη Μαρίας Ηλιού

Συνέντευξη Μαρίας Ηλιού

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στη ΦΑΙΗ ΛΙΑΡΑ, 15/04/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Δρ. Μαρία Ηλιού, εγγονή του αγωνιστή της Αριστεράς, Ηλία Ηλιού, βιολόγος με ειδίκευση στην μοριακή/κυτταρική βιολογία του καρκίνου, διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και νυν μεταδιδακτορική ερευνήτρια της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ της Μασαχουσέτης

Τα πειράματα σε ζώα θα είναι όχι μόνο περιττά αλλά και παραπλανητικά

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στη ΦΑΙΗ ΛΙΑΡΑ


Ό,τι είναι νόμιμο δεν είναι σίγουρα και ηθικό. Εκατό εκατομμύρια ζώα χρησιμοποιούνται ετησίως ως πειραματόζωα σε εργαστήρια ανά τον πλανήτη. Τους προκαλούμε ανείπωτο πόνο, τα πετσοκόβουμε ζωντανά και ενώ έχουν τις αισθήσεις τους, τα γεμίζουμε φάρμακα, τα ταλαιπωρούμε και λίγο πριν καταλήξουν, τα σκοτώνουμε. Στο όνομα της δικής μας επιστήμης και ομορφιάς και με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα πάντα, καθώς ανήκουν σε διαφορετικό από εμάς είδος.

Έχουμε το δικαίωμα να βασανίζουμε συναισθανόμενα, νοήμονα πλάσματα για δικούς μας σκοπούς, όσο ιεροί και αν είναι αυτοί; Σε τι διαφέρει ο δικός μας από τον δικό τους πόνο; Όλο και περισσότεροι επιστήμονες απαιτούν εναλλακτικές μορφές έρευνας, βρίσκουν όμως απέναντί τους συμφέροντα που τους απαγορεύουν ακόμα και δημοσιεύσεις να κάνουν αν δεν βασίζεται η μελέτη τους σε πειράματα σε ζώα. Μιλήσαμε για όλα αυτά με την Μαρία Ηλιού, βιολόγο με ειδίκευση στην μοριακή/κυτταρική βιολογία του καρκίνου, εγγονή του αγωνιστή της Αριστεράς, Ηλία Ηλιού.


Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη της Μαρίας Ηλιού (διαμορφωμένο απόσπαμα της οποίας συμπεριλήφθηκε στην έντυπη έκδοση του 3ου φύλλου της «εξόδου 133»)

Περιγράψτε μας με λίγα λόγια ποια ζώα χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα, για ποιους σκοπούς και τι συμβαίνει στα εργαστήρια;

Υπολογίζεται ότι >100 εκατομμύρια ζώα χρησιμοποιούνται ετησίως στα εργαστήρια ανά τον κόσμο σε διάφορες πειραματικές εφαρμογές: από τις προκλινικές τοξικολογικές δοκιμές φαρμακευτικών, καλλυντικών και άλλων χημικών ουσιών, τη βϊοιατρική, κτηνιατρική, στρατιωτική και διαστημική έρευνα (είτε βασική είτε εφαρμοσμένη), αλλά και την εκπαίδευση.

Η συντριπτική πλειοψηφία (~95%) των πειραματοζώων αυτών ειναι τρωκτικά όπως μύες (ποντίκια), αρουραίοι, χάμστερς και ινδικά χοιρίδια, ενώ λιγότερο συχνά χρησιμοποιούνται αμφίβια (βατράχια), ερπετά, πουλιά, ψάρια και άλλα θηλαστικά όπως σκύλοι, γάτες, λαγοί/κουνέλια και γουρούνια.

Πολύ πιο σπάνια αδειοδοτείται η πειραματική χρήση ανώτερων σπονδυλωτών (μη ανθρωπίνων πρωτευόντων), όπως μαϊμούδες, μακάκοι, χιμπατζήδες κ.ά.  Τρωκτικά και κουνέλια χρησιμοποιούνται κατά κόρον στη βασική βϊοατρική έρευνα (καρκίνο, μοντέλα ανθρώπινων ασθενειών, παραγωγή μονοκλωνικών/πολυκλωνικών αντισωμάτων), βατράχια, πουλιά και ψάρια σε πειράματα εμβρυολογίας, αναπτυξιακής βιολογίας, νευροφυσιολογίας και ανοσολογίας.

Οι γάτες προτιμώνται σε πειράματα νευροβιολογίας και στη μελέτη του AIDS/HIV, ενώ τα σκυλιά (beagles) σε πειράματα βϊοατρικής που σχετιζονται με καρδιά, πνεύμονες, καρκίνο, γήρανση και τον σκελετό (ορθοπεδική).

Μοντέλα ανθρώπινων ασθενειών

Μη ανθρώπινα πρωτεύοντα (μακάκοι, χιμπαντζήδες, μαϊμούδες) χρησιμοποιούνται για τη μελέτη μεταδοτικών ασθενειών (AIDS, μαλάρια, έμπολα), ως μοντέλα ανθρώπινων ασθενειών (καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης), σε πειράματα νευροεπιστημών, αναπαραγωγικής βιολογίας, γονιδιακής θεραπείας, γήρανσης καθώς και σε δοκιμές αλλογενών μεταμοσχεύσεων, ενώ το ανώτερο και το πλησιέστερο στον άνθρωπο πρωτεύον, ο χιμπαντζής, χρησιμοποιείται σε συνειδησιακές και συμπεριφορικές μελέτες, για τον έλεγχο εμβολίων και για τη μελέτη θεραπειών για την ηπατίτιδα Β.

Τέλος, τα περισσότερα είδη χρησιμοποιούνται σε τοξικολογικά τεστς χημικών και φαρμακευτικών ουσιών, καθώς επίσης και σε σχολές βιολογίας, ιατρικής και κτηνιατρικής ανά τον κόσμο για εκπαιδευτικούς σκοπούς (π.χ στο μάθημα ανατομίας, χειρουργικής κλπ).

Το τι ακριβώς γίνεται μέσα στο εργαστήριο εξαρτάται από το είδος και τον στόχο του πειράματος. Εν προκειμένω, στη βϊοιατρική έρευνα θα λέγαμε ότι προκαλούμε τεχνητά στο ζώο την παθολογική κατάσταση που μας ενδιαφέρει (διαγονιδιακά ζώα-μοντέλα ασθενειών, καρκίνο, πνευμονοπάθεια, εγκεφαλικό, διαβήτη κ.λπ.) και στη συνέχεια επιδρούμε με την προτεινόμενη θεραπεία (χημική, γονιδιακή, κυτταρική), συνήθως δια της ενέσεως ή πιο σπάνια μέσω του νερού.

Κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, η υγεία του ζώου παρακολουθείται από τον ερευνητή αλλά και από ειδικό ανεξάρτητο προσωπικό, ενώ θεωρείται απαραίτητη -αν και δεν ακολουθείται πάντα απ’ όλους- η χορήγηση νάρκωσης και παυσίπονης αγωγής για την ελαχιστοποίηση του προκαλούμενου πόνου και στρες. Στόχος ειναι να ληφθούν οι πολυπόθητες πληροφορίες και το πείραμα να τερματιστεί (με ευθανασία) πριν το ζώο να φτάσει στο σημείο να υποφέρει ή και να πεθάνει εξαιτίας της πειραματικής διαδικασίας αυτής καθαυτής.

Για παράδειγμα, ένα κλασσικό πείραμα μελέτης της επιθετικότητας ενός καρκινου είναι η έγχυση των υπο μελέτη καρκινικών κυττάρων υποδόρια στην πλάτη ή στα πλαϊνά ενός ποντικιού και η παρακολούθηση για μέρες/βδομάδες της ταχύτητας ανάπτυξης του καρκίνου στο σώμα του ποντικού (πρακτικά μετράμε το μέγεθος του ογκίδιου που μεγαλώνει στην πλάτη του ζώου). Όταν το ογκίδιο φτάσει σε οριακό μέγεθος, το πείραμα οφείλει να τερματιστεί ώστε το ζώο να μην υποφέρει. Ο ερευνητής αφού οδηγήσει το ζώο σε ευθανασία μπορεί να αφαιρέσει τον όγκο ή και μέρη του σώματός του για περαιτέρω μελέτη.

Ποιος είναι ο αντίλογος για τα πειράματα στα ζώα; Θεωρείτε οτι έχουν το αποτέλεσμα που επιθυμούμε και ότι δεν μπορούν να αντικατασταθούν με άλλου είδους έρευνα;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι απλή. Το σίγουρο είναι ότι το σημερινό μοντέλο βϊοιατρικής έρευνας που στηρίζεται αποκλειστικά στα αποτελέσματα των πειραμάτων σε ζώα δεν ειναι υγιές, αλλά απο την άλλη δεν μπορει ο αντίλογος να ειναι «καταργούμε μονομιάς τα πειράματα στα ζώα». Ειναι μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει ήδη, γινεται σταδιακά. Χρειάζεται χρόνος μέχρι να πειστεί κυρίως η ακαδημαϊκή κοινότητα για την εγκυρότητα και αξιοπιστία των εναλλακτικών μεθόδων έρευνας.

Αδιαμφισβήτητα πολλά ειναι τα οφέλη που έχουμε αποκομίσει την τελευταία 50ετία από τα πειράματα στα ζώα, αλλά η αλήθεια κρύβεται κάπου στη μέση αν αναλογιστεί κανείς την πληθώρα των αρνητικών αποτελεσμάτων ή των αποτυχιών που τα συνοδεύουν, κάτι το οποίο δυσκολα, σπάνια ή ποτέ δεν καταγράφεται ωστέ να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό.

Με τις συνεχείς εξελίξεις στον χώρο της γενετικής, της επιγενετικής και της ανοσολογίας, καταλαβαίνουμε πλέον γιατί η απόκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ανθρώπων με την ίδια ασθένεια στο ίδιο φάρμακο μπορεί να είναι τόσο πολύ διαφορετική, πόσο μάλλον μεταξύ διαφορετικών ειδών.

Μοντελοποιούμε, γιατί έτσι επιτάσσει η έρευνα σήμερα, κάθε ανθρώπινη ασθένεια και καταλήγουμε να έχουμε θεραπεύσει όλες τις ασθένειες στα ζώα, αλλά όχι στον άνθρωπο. Θα πρέπει να αλλάξει η τάση, η νοοτροπία, και να δοθεί κίνητρο για χρήση εναλλακτικών μεθόδων έρευνας.

Ένας ερευνητής σήμερα δεν μπορεί να δημοσιεύσει σε καλό περιοδικό αν η δουλειά του δεν συμπεριλαμβάνει πειράματα σε ζώα, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είναι απολύτως αναγκαία για το επίπεδο της έρευνας που διεξάγει.

Εταιρείες, πανεπιστήμια, θέσεις εργασίας και χρηματοδοτήσεις στηρίζονται στη βιομηχανία αυτή παραγωγής, διακίνησης και χρήσης πειραματόζωων, γι’ αυτό και η αντικατάστασή τους φαντάζει δύσκολη και ασύμφορη.

Σε πειραματικό στάδιο

Αυτό έχει πλέον αρχίσει να αλλάζει χάρη στην ανάπτυξη, πιστοποίηση και εφαρμογή εναλλακτικών μεθόδων έρευνας που δεν στηρίζονται σε πειραματόζωα και στοχεύουν αποκλειστικά στη μελέτη της ανθρώπινης υπόστασης της κάθε ασθένειας. Ήδη προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται κολλοσιαίες εταιρίες όπως η Google, με πρότζεκτς στον τομέα των επιστημών υγείας που στηρίζονται ολοκληρωτικά σε πειραματικά δεδομένα από τον άνθρωπο, χαράζοντας την στρατηγική του μέλλοντος στην βϊοατρική έρευνα, που θα στηρίζεται στην πρόληψη και όχι στην παρέμβαση/αντιμετώπιση (π.χ με την ανάπτυξη φορητών νανοδιαγνωστικών πλατφόρμων που θα καταγράφουν συνεχώς ζωτικές ενδείξεις του ανθρώπινου οργανισμού και θα «μυρίζουν» την ασθένεια σε πολύ πρόωρο στάδιο).

Στην ίδια κατεύθυνση κινουνται και άλλες εταιρίες με τη δημιουργία διαγνωστικών μικροσυσκευών/βιοαισθητήρων πανω σε χαρτί (paper-based diagnostics/biosensors) που με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μικροκυκλωμάτων μπορουν να μιμηθούν βιολογικά-γονιδιακά κυκλώματα και να χρησιμοποιηθούν έναντι οποιουδηποτε κυτταρικού/ζωντανού συστήματος στην προσπάθεια ανεύρεσης νέων θεραπειών αλλά και χαρακτηρισμου νέων φαρμάκων (φαρμακοκινητική, μεταβολισμός και απορρόφηση ουσιών κλπ).

Οι συσκευές «όργανα πάνω σε τσιπ» («organs on a chip» της εταιρίας Emulate της Μασαχουσέτης) ειναι η πιο ζωντανή αποδειξη μιας τετοιας σύλληψης που  βρίσκεται ήδη σε πειραματική λειτουργία πιστοποίησης και σύντομα οφείλει να αποτελέσει το πιο τρανταχτό επιχείρημα του γιατί τα πειράματα σε ζώα θα ειναι όχι μόνο περιττά αλλά και παραπλανητικά.

Αλματώδη ανάπτυξη στην βιοατρική έχουν προσφέρει τα τελευταία χρόνια οι εξελίξεις στον χώρο των βλαστοκυττάρων. Βλαστοκύτταρα ή τα λεγόμενα επαγόμενα πολυδύναμα κύτταρα ατόμων με συγκεκριμένες ασθένειες ήδη χρησιμοποιούνται για τη μοντελοποίηση ασθενειών, προσφέροντας δυνατότητα για εξατομικευμένη πλέον κυτταροθεραπεία (αυτόλογες μεταμοσχεύσεις).

Επιπλέον, τα βλαστοκύτταρα σε συνδυασμό με εξελίξεις στον τομέα της νανοτεχνολογίας και της επιστήμης υλικών έχουν οδηγήσει σε κατασκευή νανοσυσκευών που θα είναι σε θέση να τεστάρουν την αποτελεσματικότητα πολλών διαφορετικών θεραπειών πολύ πιο γρήγορα, αποτελεσματικά και αντιπροσωπευτικά για τον κάθε μεμονωμένο ασθενή. Ενναλλακτικές μέθοδοι που ήδη έχουν αντικαταστήσει τα ζώα σε τοξικολογικές δοκιμές χημικών και φαρμάκων αποτελούν τα in vitro κυτταρικά συστήματα (κυτταρικές σειρές, 3D οργανοτυπικές καλλιέργειες κλπ) που βρίσκονται σε ποικιλίες τοξικολογικών τεστς νέας γενιάς (που εστιάζουν σε όργανα όπως το δέρμα, το μάτι, το ήπαρ κ.λπ.).

Πάνω απο 250 εναλλακτικές μέθοδοι έρευνας έχουν πιστοποιηθεί ήδη σήμερα

Προς παρόμοια κατεύθυνση κινείται και το εργαστήριο-αναφοράς της Ευρωπαικής Ένωσης (ΕURL-ECVAM) που ιδρύθηκε το 2011 και στοχος του ειναι η πιστοποίηση εναλλακτικών μεθόδων έρευνας ώστε αυτές να θεωρηθούν αποτελεσματικές, αξιόπιστες και ασφαλείς, και να κερδίσουν, έτσι, την εμπιστοσύνη των ερευνητών. Στηρίζεται στη συνεργασία με ακαδημαικούς χώρους και βιοιατρικά εργαστηρια ανα την Ευρώπη αλλά και στο διάλογο με τη βιομηχανια, με φιλοζωικές οργανώσεις και ενώσεις καταναλωτών.

Προηγμένες τεχνικές βιοτεχνολογίας επιτρέπουν πλέον την ανάπτυξη εναλλακτικών μεθόδων τοξικολογικού ελέγχου ουσιών. Το EURL-ECVAM έχει δημιουργήσει νέα τεστς που στηρίζονται σε ανθρώπινα κύτταρα ή τεχνητό ιστό και τα οποία πραγματοποιούν αποτελεσματική πρόβλεψη της πιθανότητας τοξικής επίδρασης χημικών ουσιών στον άνθρωπο, σε βαθμό ακόμα και καλύτερο από τα συμβατικά τεστς σε ζώα, που σημαίνει οτι η αντικατάσταση των ζώων απο τα νέα αυτα τεστς ειναι οχι μονο ζήτημα ηθικής αλλά και ανάγκης για αποτελεσματικότερη προστασία της υγείας των ανθρώπων/καταναλωτών αλλά και του περιβάλλοντος.

Μάλιστα, προωθούνται και in vitro τεχνικές ευρείας κλίμακας με τη χρήση ρομποτικών συστημάτων με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η εξέταση εκατοντάδων ενώσεων σε ένα πείραμα. Προηγμένοι αλγόριθμοι και μοντέλα βιοπληροφορικής αναπτύσσονται συνεχώς και παράλληλα με την ανάπτυξη της ταχύτητας και των ικανοτήτων των σύγχρονων υπολογιστών, πραγματοποιούν τοξικολογικές αναλυσεις πολύ πιο γρήγορα και «καθαρά» σε σχεση με τις παραδοσιακές μεθόδους χρήσης πειραματοζώων, ενώ χάρη στην ικανότητά τους να περιγράφουν/προβλέπουν με ακρίβεια την αλληλεπίδραση περιοχών του σώματος με χημικές ουσίες, παρέχουν και βαθύτερη γνώση επί του μηχανισμού της υπό μελέτη τοξικής επίδρασης.

Μαθηματικά μοντέλα καταγράφουν πλέον με απόλυτη λεπτομέρεια τη λειτουργία, την επικοινωνία ακόμα και τον μεταβολισμό πολλών οργάνων/συστημάτων του σώματος, κατι το οποίο αναμένεται να βοηθήσει τόσο στη βασική έρευνα όσο και στην εφαρμοσμένη. Στη βάση πληροφοριών της  EURL-ECVAM βρίσκονται σήμερα πάνω απο 250 εναλλακτικές μέθοδοι έρευνας (για περισσότερες πληροφορίες).

Όπως κάθε «επανάσταση» σε οποιοδήποτε χώρο έτσι και η αντικατάσταση των πειραματοζώων στην έρευνα χρειάζεται χρόνο και υπομονή-επιμονή από ανθρώπους που πιστεύουν σε αυτήν και στα οφέλη μιας τέτοιας αλλαγής. Μια τεράστια νίκη να θυμήσουμε ότι υπήρξε πρόσφατα η κατάργηση της χρήσης πειραματοζώων στη βιομηχανία καλλυντικών. Πριν λιγα χρόνια αυτο φάνταζε αδύνατο, ενώ υπήρξε μεγάλη δυσπιστία και άρνηση τοσο απο τις βιομηχανίες και τους καταναλωτές όσο και τους ίδιους τους επιστήμονες.

Με τις μακροχρόνιες κι επίμονες έρευνες ευαισθητοποιημένων φορέων και βιομηχανιών φτάσαμε στο σημείο σήμερα, οχι απλά να φανταζόμαστε, αλλά να βλεπουμε στην πράξη εναλλακτικές μεθόδους (νέα προηγμένα in vitro/in silico τεστς) τοξικολογικών δοκιμών των προϊόντων. Και ήδη η Ευρώπη, η μεγαλύτερη αγορά παγκοσμίως καλλυντικών, το Ισραήλ και η Ινδία έχουν απαγορεύσει στις εγχώριες εταιρίες τις δοκιμές καλλυντικών σε πειραματόζωα αλλά και την εισαγωγή προϊόντων που έχουν δοκιμαστεί σε ζώα.

Περισσότερο διάβασμα:

http://caat.jhsph.edu/publications/animal_alternatives/chapter4.html
http://toxnet.nlm.nih.gov/html/altbiblinks.html
https://ntp.niehs.nih.gov/pubhealth/evalatm/test-method-evaluations/project-milestones/index.html
https://www.edqm.eu/en/Alternatives-to-animal-testing-1483.html

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ