Μάης 1936: Η έκρηξη των μεσοπολεμικών κοινωνικών αντιθέσεων

Μάης 1936: Η έκρηξη των μεσοπολεμικών κοινωνικών αντιθέσεων

του Γιώργου Αλεξάτου από το 5ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" - 13/05/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Με ανεπούλωτες τις πληγές από την εθνική τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922 και της έλευσης ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων, και ενώ δεν έχει συνέλθει ακόμη από τις άμεσες συνέπειες της μεγάλης διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929, η Ελλάδα του 1936 βιώνει την αποκορύφωση των αντιθέσεων που διαπερνούσαν το κοινωνικό σώμα σε ολόκληρη τη μεσοπολεμική περίοδο.

Ήδη, οι βενιζελικοί έχουν απομακρυνθεί από την εξουσία και τα αποτυχημένα στρατιωτικά κινήματα του 1933 και 1935 ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο την αντίπαλη παράταξη, που επανέφερε στον θρόνο τον Γεώργιο Β΄, καταλύοντας την αβασίλευτη Δημοκρατία.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936 οι δύο αστικές παρατάξεις σχεδόν ισοψηφούν και σε ρόλο ρυθμιστικό αναδεικνύεται το Παλλαϊκό Μέτωπο, το οποίο -παρά τον τίτλο του- συγκροτείται μόνο από το ΚΚΕ (στο οποίο εντάσσονταν και οι 15 εκλεγμένοι βουλευτές), με τη συμμετοχή και κάποιων στελεχών του αγροτοσοσιαλιστικού χώρου.

Η απρόσμενη αυτή εξέλιξη σηματοδοτούσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεγάλων τμημάτων του λαού προς τις αστικές πολιτικές δυνάμεις. Άλλωστε, η περίοδος 1931-35 χαρακτηριζόταν από την ανάπτυξη μεγάλων κοινωνικών αγώνων, μέσα από τους οποίους διαμορφώθηκε και η συνείδηση των κοινών συμφερόντων των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων, σε αντιπαράθεση με το ίδιο το αστικό κράτος, τόσο επί βενιζελικών όσο και επί αντιβενιζελικών κυβερνήσεων.

Οξυμμένες κοινωνικές αντιθέσεις

Η μεσοπολεμική Ελλάδα ήταν, ούτως ή άλλως, μια χώρα με οξυμένες τις κοινωνικές αντιθέσεις. Η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού ζούσε σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας, η ανεργία αποτελούσε ενδημική κατάσταση, τα εργατικά μεροκάματα υπολείπονταν κατά πολύ από τη δυνατότητα κάλυψης στοιχειωδών αναγκών, ενώ τεράστια ήταν και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι αγρότες με τους μικρούς κλήρους και την υπερεκμετάλλευσή τους από το εμπορικό και το τραπεζιτικό κεφάλαιο.

Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπιζε και ο κόσμος της μικροϊδιοκτησίας στις πόλεις, καθώς
το βιοτικό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητάς του δεν διέφερε και πολύ από αυτό των εργατών. Ενδεικτικό των συνθηκών ζωής του λαϊκού κόσμου είναι ότι ακόμη και το 1938 το 83% των ελληνικών οικογενειών είχε εισόδημα λιγότερο από το ένα τρίτο αυτού που θεωρούνταν ως ελάχιστο όριο διαβίωσης (Χρυσός Ευελπίδης, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ελλάδας – β΄ έκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1950, σ. 112).

Προφανώς, οι καταστάσεις αυτές συνδέονται με τα τεράστια προβλήματα που προέκυπταν από την ανάγκη αντιμετώπισης του προσφυγικού ζητήματος. Μόνο που οι τραγικές αυτές συνθήκες κάθε άλλο παρά εμπόδιζαν το ελληνικό κεφάλαιο να υπερσυσσωρεύει κέρδη και να πραγματοποιήσει τη δική του μεγάλη εποποιία.

Όπως επισημαίνεται, «η Ελλάδα αναπτύχθηκε μετά το 1922 όχι παρά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά εξ αιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής» (Κώστας Βεργόπουλος, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Η Ελλάδα στο μεσοπόλεμο – Εξάντας, Αθήνα 1978, σ. 74).

Έχοντας κατακτήσει μια από τις πρώτες θέσεις στην παγκόσμια εμπορική ναυτιλία, αξιοποιώντας τη φτηνή και άφθονη εργατική δύναμη που προσέφερε το προσφυγικό προλεταριάτο, με την ίδρυση εκατοντάδων νέων εργοστασίων, αναλαμβάνοντας την κατασκευή δεκάδων χιλιάδων κατοικιών για τη στέγαση των προσφύγων, αλλά και την πραγματοποίηση μεγάλων εγγειοβελτιωτικών έργων στην ύπαιθρο, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη από την εξαγωγή του αποδοτικότατου κύριου γεωργικού προϊόντος, του καπνού, το ελληνικό κεφάλαιο γνωρίζει μέρες δόξας, ακόμη και στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Η μεσοπολεμική Ελλάδα είναι μία από τις πρώτες χώρες, παγκοσμίως, σε ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εντούτοις, η τεράστια αυτή καπιταλιστική ανάπτυξη δεν συνοδεύεται και από τη βελτίωση των όρων ζωής των εργαζομένων.

Αντίθετα, «η ανεργία μεγαλώνει στις πόλεις, το εργατικό εισόδημα πέφτει γενικά κάτω απ’ το ζωτικό ελάχιστο, ενώ ο πλούτος συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μειοψηφίας» (Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας – ια΄ έκδ., Θεμέλιο, Αθήνα 1988, σ. 130).

Η άτυπη λαϊκή συμμαχία

Αν και στην περίοδο 1922-30 υπήρξαν ακόμη και σοβαρές αντιπαραθέσεις συμφερόντων μεταξύ ντόπιων και προσφύγων, μικροεργοδοτών και εργαζομένων κ.λπ., με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης οι αντιθέσεις αυτές υποχωρούν και διαμορφώνεται μια άτυπη λαϊκή κοινωνική συμμαχία, που εκφράζεται τόσο με τη μαζική ένταξη των προσφύγων εργατών-τριών (φανατικών βενιζελικών μέχρι τότε) στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα όσο και με όλο και πιο συχνές εκδηλώσεις αλληλεγγύης μεταξύ εργατών, αγροτών και μικροϊδιοκτητών των πόλεων.

Οι κινητοποιήσεις των ανέργων συνοδεύονται συχνά από απεργίες των απασχολούμενων εργατών-τριών. Οι εργατικές απεργίες στηρίζονται από τους επαγγελματίες με το κλείσιμο των μαγαζιών και των εργαστηρίων τους.

Οι αγωνιστικές κάθοδοι των αγροτών στις πόλεις προκαλούν εκδηλώσεις αλληλεγγύης από εργάτες και επαγγελματίες. Ακόμη κι αν η μεγάλη πλειονότητα αυτού του κόσμου εξακολουθεί να ψηφίζει τα αστικά κόμματα, όλο και περισσότερο συνειδητοποιεί ότι κοινός αντίπαλος των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων είναι το κεφάλαιο και το αστικό κράτος.

Εδώ, άλλωστε, εντοπίζεται και ο κύριος λόγος για την ανυπαρξία μαζικού φασιστικού κινήματος στη μεσοπολεμική Ελλάδα.

Η ανησυχία των κυρίαρχων κύκλων και η εξέγερση του Μάη

Έχοντας επίγνωση των αδιεξόδων της πολιτικής τους αντιπαράθεσης και της όξυνσης της λαϊκής αντίθεσης προς την κυρίαρχη πολιτική, οι δύο αστικές παρατάξεις στηρίζουν από κοινού και την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Δεμερτζή και αυτήν του Ιωάννη Μεταξά, που σχηματίστηκε μετά τον θάνατο του πρώτου, τον Μάρτιο 1936.

Συναινούν, μάλιστα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στην αναστολή των εργασιών της Βουλής, ώστε ο Μεταξάς να ασκεί τα καθήκοντά του χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο. Πρόκειται για μια εναγώνια προσπάθεια των κυρίαρχων πολιτικών κύκλων για την από κοινού αντιμετώπιση της διογκούμενης λαϊκής δυσαρέσκειας. Εντούτοις, η ελπίδα πως η αντιμετώπισή της θα είναι εύκολη υπόθεση διαψεύδεται τον Μάιο 1936.

Η μεγάλη πανελλαδική απεργία των καπνεργατών-τριών -του πλέον μαζικού και μαχητικού εργατικού κλάδου- που κηρύσσεται στα τέλη Απριλίου μετά την ενοποίηση των δύο συνδικαλιστικών ομοσπονδιών (αυτής που εντασσόταν στη ΓΣΕΕ, και της κομμουνιστικής, της Ενωτικής ΓΣΕΕ), έχει ως επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, όπου από τις αρχές Μαΐου οι απεργοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την αστυνομική καταστολή.

Η αστυνομική βαρβαρότητα της 8ης Μαΐου, με δεκάδες τραυματίες και δεκάδες συλλήψεις, απαντήθηκε την αμέσως επόμενη μέρα με πανεργατική απεργία, προς την οποία εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους οι επαγγελματίες της πόλης, κλείνοντας καταστήματα και εργαστήρια.

Η τεράστια πανεργατική-παλλαϊκή διαδήλωση της 9ης Μαΐου αντιμετωπίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη αστυνομική βιαιότητα, με συνέπεια τη δολοφονία δώδεκα νέων εργατών και εργατριών.

Αμέσως μετά τις δολοφονίες, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε σε κατάσταση εξέγερσης και λαϊκής κυριαρχίας, με τις κρατικές Αρχές να έχουν εξαφανιστεί και την οικονομική ζωή να έχει νεκρώσει. Καθώς οι στρατιωτικές δυνάμεις της πόλης έχουν αρνηθεί να στραφούν κατά του αγωνιζόμενου λαού, η καταστολή της εξέγερσης γίνεται δύο μέρες μετά, με τη μεταφορά στρατού από τη Λάρισα και το αγκυροβόλημα πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Αδυναμία λαϊκής δημοκρατικής διεξόδου

Ενώ τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης έχουν προκαλέσει πανελλαδική παλλαϊκή αγανάκτηση, η ηγεσία του εργατικού κινήματος αδυνατεί να καθοδηγήσει τη λαϊκή οργή στην κατεύθυνση, έστω, της ανατροπής της κυβέρνησης Μεταξά.

Εγκλωβισμένο το ΚΚΕ στη λογική της πάση θυσία συνεργασίας με τον βενιζελισμό -στο πλαίσιο της λαϊκομετωπικής αντιφασιστικής πολιτικής που απευθυνόταν και σε αστικές δημοκρατικές δυνάμεις- δεν θέλησε να παρακάμψει τους δισταγμούς των εν δυνάμει συμμάχων. Κι αυτό, αν και έχει πάψει να ισχύει το Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, μετά την παραβίασή του από τους φιλελεύθερους.

Παρ’ όλα αυτά, ολόκληρο τον Μάιο αλλά και τον Ιούνιο, η Ελλάδα συνέχισε να συγκλονίζεται από μαζικές αγωνιστικές κινητοποιήσεις, που είχαν σχεδόν παντού ανάλογα χαρακτηριστικά λαϊκής συμμαχίας και αλληλεγγύης προς εργατικούς απεργιακούς αγώνες.

Όμως κι αυτές οι επιμέρους κινητοποιήσεις δεν έγινε δυνατόν να συντονιστούν σε ένα ενιαίο κίνημα με σαφή πολιτικό στόχο. Η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον βασιλιά Γεώργιο B’ και τον Μεταξά ήταν η απάντηση στην αδυναμία του εργατικού και λαϊκού κινήματος να δώσει τη δική του διέξοδο.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ