Λαϊκή Ενότητα και κυβερνητική προοπτική

Λαϊκή Ενότητα και κυβερνητική προοπτική

του Παντελή Μέλιου από το 5ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" - 13/05/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Λαϊκή Ενότητα: Συνόψιση των προϋποθέσεων της εργατικής κυβέρνησης (μέρος 3ο)

Πριν μπω στο συγκεκριμένο τμήμα της θεματικής για το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης, την ανάλογη δηλαδή συζήτηση στη ΛΑΕ, πρέπει να ξεκαθαρίσω δύο σημεία:

  1. Το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης διατηρεί σταθερή πολιτική αξία σαν μεταβατικό σύνθημα προπαγάνδας, ζύμωσης της φιλολαϊκής εναλλακτικής στον νεοφιλελευθερισμό. Τι θα έκαναν οι κομμουνιστές αν είχαν την εξουσία; Οσο πιο εύκολα, συνοπτικά και πειστικά μπορεί το κομματικό σώμα να απαντήσει ένα τέτοιο ερώτημα, τόσο πιο υγιές πολιτικά είναι.
  2. Το ζήτημα της εργατικής κυβέρνησης ενδέχεται στην πορεία να πάρει διαστάσεις ευρύτερες της προπαγανδιστικής, να πάρει χαρακτηριστικά ρεαλιστικού και αναγκαίου σχεδίου. Το βάθος της κρίσης που τείνει να πάρει εθνικές διαστάσεις, η παρατεταμένη σήψη των σχέσεων της χώρας με την ΕΕ και η κατάρρευση του αστικού πολιτικού συστήματος είναι η μία πλευρά.

Η διάλυση κάθε κρατικής μέριμνας, η τακτική να συγκροτηθεί ο νέος υπεραυταρχικός καπιταλιστικός κόσμος πάνω στις στάχτες της κληρονομιάς του τέλους του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου και του Μαΐου του ’68, καθιστά έναν βαθμό δυαδικοποίησης της εξουσίας όρο επιβίωσης του λαού.

Σε κάθε πλευρά της οικονομικής και πολιτικής ζωής σωβεί καθεστωτικό ζήτημα. Η στρατηγική αδυναμία και των δύο βασικών ταξικών στρατοπέδων μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να δώσει ως αποτέλεσμα την αμήχανη φόρμουλα της εργατικής κυβέρνησης, ένα σημείο μετάβασης, ένα σημείο ανάταξης του συσχετισμού από το οποίο μπορούν να ξεδιπλωθούν διαφορετικά σενάρια.

Γι’ αυτό τον λόγο, άλλωστε, επιλέχθηκε και το θέμα μας. Μια επόμενη προσέγγιση της κυβερνητικής εξουσίας από τη μαχόμενη Αριστερά μπορεί να είναι ένα 2ο και τελειωτικό Βατερλό, μπορεί υπό όρους να σημάνει την αντίστροφη μέτρηση για το μνημονιακό καθεστώς στην Ελλάδα και τον νεοφιλελευθερισμό στην Ευρώπη.

«Κυβέρνηση της Αριστεράς» σύνθημα παντός καιρού;

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε παρ’ όλες τις προβλέψεις τη συμπαγή νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση με 153 ναι σε «φορολογικό – ασφαλιστικό». Η αμεσότητα μιας κατάρρευσης, πόσω μάλλον οι μετατοπίσεις στην ίδια την ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ δεν επαληθεύθηκαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται η καλύτερη σανίδα σωτηρίας των μνημονίων.

Αν υφίστατο πολιτική λογοδοσία, θα έπρεπε το λιγότερο να διαπιστωθεί η προβληματική και ρηχή ανάλυση της κυβέρνησης ως πολιτικού εκκρεμούς ανάμεσα στις αντίρροπες πιέσεις κεφαλαίου και εργασίας.

Θα έπρεπε να αναληφθεί και η πολιτική ευθύνη της πολιτικής στασιμότητας των τελευταίων 10 μηνών. Τουλάχιστον στο επίπεδο που πολλοί αντιλαμβανόμαστε τη ΛΑΕ, ως αυτοδύναμο πολιτικό χώρο, ως την πρώτη γραμμή της ευρωπαικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Κανένα προχώρημα στο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα, πάμε σε Συνέδριο (κάποιοι προτείνουν και σε εκλογές άμα προκύψουν), συγκατοικώντας με τον ΣΥΡΙΖΑ σε συνδικάτα και κρατικούς θεσμούς, χτίζουμε ψηφοδέλτια αντί πολιτικών οργανώσεων βάσης. Το σύνολο σχεδόν της πολιτικής παθογένειας του χώρου οφείλεται στην παρατεταμένη προεκλογική περίοδο που ζει η ΛΑΕ από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της.

Και βέβαια στο αμφιλεγόμενο πεδίο ανασύνθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ που ανοίγει η συζήτηση για αμεσότητα και επικαιρότητα της αριστερής κυβέρνησης.

Με ποιον άλλον τρόπο μπορεί να μπει εκ νέου στην ημερήσια διάταξη η αριστερή κυβέρνηση αν όχι μέσω της συνεργασίας της ΛΑΕ με αυτό το κατακτημένο από τους δανειστές πολιτικό έδαφος;

Κάποιοι σύντροφοι δεν πτοούνται από τη μνημονιακή συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ και μας καλούν σε «διεύρυνση» προς δυνάμεις με τις οποίες δεν δώσαμε μαζί την τελευταία εκλογική μάχη, είτε γιατί αυτές ηταν απασχολημένες με την εφαρμογή των μνημονίων είτε γιατί επένδυαν πολιτικά στην αποχή.

Η υπέρτατη αξία που στηρίζει αυτήν την επιλογή δεν είναι άλλη από την «κυβέρνηση της πραγματικής Αριστεράς». Πρόκειται για τη διαβρωτική επίδραση του κυβερνητισμού σε κάποιους, για το πολιτικό αποτέλεσμα των συνεχών ηττών του κόσμου
της δουλειάς σε άλλους, για πολιτικό πέρασμα σε άλλο ιδεολογικοπολιτικό ρεύμα, αυτό που λέμε «ρεφορμισμός», για μια τρίτη εκδοχή.

Για όλους ισχύουν τα παρακάτω: Η εργατική κυβέρνηση είναι η ιστορική εξαίρεση και όχι ο κανόνας για το στρατόπεδο της εργασίας.

Ο κανόνας είναι η ανειρήνευτη ταξική πάλη και αν υπάρχει σήμερα Αριστερά δεν οφείλεται στο ότι κάποτε κυβέρνησε καλά, αλλά γιατί κάποτε μάτωσαν χιλιάδες στους αγώνες, επειδή κάποτε πήρε ο λαός τα όπλα στα χέρια του, γιατί κάποτε και εδώ και αλλού υπήρξε ζώσα λαϊκή εξουσία.

Υπάρχει σαν θεμιτό ενδεχόμενο ειδικών πολιτικών συνθηκών, αλλά προυποθέτει εργατικό κόμμα, εργατικό κίνημα σε άνοδο, κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα με «μεταβατικό» χαρακτήρα.

Πρόγραμμα δηλαδή που να οδηγεί τις μάζες μέσα από την πείρα τους να αμφισβητήσουν την αστική στρατηγική, να ανοίξουν δρόμο αυτοκυβέρνησης.

By all means necessary και με τα κοινοβουλευτικά μέσα δηλαδή, αλλά μέσα από μια στρατηγική. Αυτήν της ανόδου της μαχητικής ικανότητας των εργαζομένων και εν τέλει της εξουσίας τους.

Η ΛΑΕ απέχει από το σύνολο των προϋποθέσεων για την εργατική κυβέρνηση όσο ο ΣΥΡΙΖΑ από την Αριστερά.

Αντί κόμματος διαθέτει ένα χαλαρό δίκτυο στελεχών και τάσεων. Αντί ανόδου του κινήματος, βιώσαμε τη ΓΣΕΕ να ψηφίζει «ναι» στο δημοψήφισμα.

Η ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελεί πρώτιστο καθήκον για καθε συνειδητό εργάτη. Αντί μεταβατικού προγράμματος παρακολουθούμε έναν διαγκωνισμό διανοουμένων για το ποιανού το εγκεφαλικό κατασκεύασμα είναι μεταβατικότερο.

Στην πράξη, ακόμα και πυλώνες προγραμματικοί όπως οι εθνικοποιήσεις και η ρήξη με την ΕΕ, αδυνατούν να εμπλέξουν τον μαζικό παράγοντα, τη διανόηση, τις ζωντανές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας.

Βιώσιμος δρόμος για τη ΛΑΕ δεν έχει καμμία σχέση με εκτός αρχών κυβερνητίστικες περιπέτειες.

Αντίθετα υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες και ενδεχομένως ιστορικές ευκαιρίες στην επιλογή της μαρξιστικής επανίδρυσης, στη μαζική αντιευρωενωσιακή πολιτική, στην πολιτική οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού κόμματος για τη ρήξη με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ