Για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος

Για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος

του Γιώργου Χαρίση από το 8ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" -24/06/2016

2
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Σήμερα μετά από επτά χρόνια εφαρμογής μνημονιακών πολιτικών από το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ και τους άλλους μνημονιακούς συνοδοιπόρους τους (ΔΗΜΑΡ-ΛΑΟΣ-ΑΝΕΛ), το αστικό πολιτικό σύστημα φαίνεται να είναι πιο ισχυρό, όχι μόνο γιατί το πάνω από το 80% των βουλευτών του κοινοβουλίου έχει ψηφίσει μνημόνια, αλλά και γιατί ενσωματώθηκε στο στρατόπεδό του μια βασική αντιμνημονιακή δύναμη, ο ΣΥΡΙΖΑ, που σήμερα αποτελεί και την ατμομηχανή της εφαρμογής των βάρβαρων αντεργατικών και αντιλαϊκών πολιτικών.

Η μετάλλαξη αυτή του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως η κολυμπήθρα  του Σιλωάμ για το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, δικαιώνει τις πολιτικές επιλογές τους, κάνει αυτός τη βρώμικη δουλειά, εφαρμόζοντας ακόμα και μνημονιακά προαπαιτούμενα του 1ου και 2ου μνημονίου που δεν εφαρμόστηκαν -λόγω και της δικής του συμβολής στους αντιμνημονιακούς αγώνες- και δίνει τον απαιτούμενο χρόνο για την ανασυγκρότηση των αστικών πολιτικών δυνάμεων, ενώ το σαρκίο της προδοσίας των λαϊκών προσδοκιών περιφέρεται σ’ όλες τις πρωτεύουσες τις Ευρώπης για να εμπεδώνεται στις λαϊκές συνειδήσεις όλων των χωρών ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι μονόδρομος.

Οι εργαζόμενοι και ο ελληνικός λαός τώρα συνειδητοποιούν αυτή την ολική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, που βλέπουν καθημερινά να λέγονται τα ίδια επιχειρήματα με τους προκατόχους τους, να μην τηρείται καμία δέσμευσή τους και να γίνονται τα εντελώς αντίθετα, να χρησιμοποιούνται οι ίδιες πρακτικές σε κοινοβουλευτικό επίπεδο και να συκοφαντούνται οι λαϊκοί αγώνες, να εντείνεται ο αυταρχισμός, η κρατική καταστολή και να ευνουχίζεται η δημοκρατική λειτουργία.

Σήμερα φαινομενικά είμαστε στο σημείο που οι εργαζόμενοι βιώνουν την ήττα, βρίσκονται σε σταυροδρόμι και σκέφτονται αν θα πάνε με τους «παραιτηθείτε» και «μένουμε Ευρώπη» ή αν θα συνεχίσουν, προσπερνώντας την προδοσία των ελπίδων τους και επιχειρώντας μια νέα προσπάθεια για εθνική ανεξαρτησία, αξιοπρέπεια και κοινωνική δικαιοσύνη, εμμένοντας στο περήφανο «ΟΧΙ» της 5ης Ιουλίου του 2015.

Η πρώτη επιλογή έχει λίγο πολύ προδιαγεγραμμένη πορεία και μέλλον: συνέχιση του μαρτυρίου της σταγόνας, συντάξεις πείνας, μισθοί Κίνας και εργασιακές συνθήκες Μπαγκλαντές, νοικάρηδες στα σπίτια μας, νοσοκομεία χωρίς προσωπικό και φάρμακα, παιδεία για τα βασικά και κυρίως ό,τι παράγει ο ελληνικός λαός, που δεν θα έχει μεταναστεύσει, θα παρακρατείται για να πληρώνονται οι δανειστές.

Η δεύτερη επιλογή είναι δύσκολη, έχεις κόπους και θυσίες, προϋποθέτει τη σύγκρουση με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις του τόπου και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και την έξοδο από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε μια Ελλάδα που θα είναι κυρίαρχος ο λαός της, που θα αξιοποιεί το δημόσιο και παραγόμενο πλούτο της σε όφελος του λαού της και όχι των τοκογλύφων δανειστών, σε μια Ελλάδα της δημοκρατίας, της ανάπτυξης, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
­

Στο σημείο αυτό που βρισκόμαστε εξηγείται και δεν θα πρέπει να ενοχοποιείται η στάση αναμονής, παραίτησης και μη συμμετοχής στους αγώνες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων το τελευταίο διάστημα.

Αυτή η κατάσταση ενισχύεται και από την κατάσταση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Παραμένει και μετά το πρόσφατο συνέδριο της ΓΣΕΕ, η ίδια συμβιβασμένη και προδοτική του ηγεσία του, αυτή που επί επτά χρόνια βάζει πλάτη για να περάσει η μνημονιακή λαίλαπα, πότε δικαιολογώντας την αναγκαιότητά τους και πότε «αντιδρώντας» για να εκτονώσει την αγανάκτηση των εργαζομένων -και με έναν πρόεδρο που μπορεί να συναντιέται με την Άνγκελα Μέρκελ, αλλά δεν μπορεί να ηγηθεί των διαδηλώσεων και των απεργιών γιατί θα συναντήσει τη δικαιολογημένη μήνη των εργαζομένων.

Με μια ηγεσία που σε μια κρίσιμη ταξική μάχη, όπως ήταν το δημοψήφισμα στις 5 Ιούλη του 2015, τάχθηκε με το στρατόπεδο του «Μένουμε Ευρώπη» και του «ΝΑΙ» μαζί με τη ντόπια και ευρωπαϊκή οικονομική ολιγαρχία.

Τάχθηκε με το μέρος των εργοδοτικών οργανώσεων τα μέλη των οποίων την κρίσιμη βδομάδα που προηγήθηκε του δημοψηφίσματος και με κλειστές τις τράπεζες, εκβίαζαν και τρομοκρατούσαν τους εργαζόμενους για το χάος της επόμενης μέρας αν τάσσονταν με το «ΟΧΙ».

Είναι η ίδια ηγεσία που τώρα θέλει να εμφανίζεται αντιμνημονιακή και αντικυβερνητική, δεν πείθει όμως κανέναν, αλλά δεν κάνει και τίποτα για να οργανώσει την αντίσταση απέναντί της, αντίθετα λειτουργεί πυροσβεστικά σε κάθε κινηματική αναλαμπή (βλ. απεργία 4ης Φλεβάρη), όπου σε συνεργασία δυστυχώς με την ηγεσία του ΠΑΜΕ οδήγησαν τα πράγματα σε «ήσυχα νερά», προκηρύσσοντας μια 48ωρη απεργία φάντασμα – όταν θα κατατίθεντο το νομοσχέδιο στη βουλή – δίνοντας έτσι την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κυβέρνηση να ορίσει ουσιαστικά ακόμα και τις μέρες της απεργίας και γι’ αυτό βέβαια την «προκήρυξε» την παραμονή της γιορτής του Θωμά!

Έτσι λοιπόν είναι επείγουσα ανάγκη η ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος από τα κάτω και η συγκρότηση ενός συντονιστικού κέντρου από πρωτοβάθμια σωματεία και ταξικές ομοσπονδίες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, από Εργατικά Κέντρα της ΓΣΕΕ και από Νομαρχιακά τμήματα της ΑΔΕΔΥ, από εργατικές συλλογικότητες και αγωνιστές συνδικαλιστές, για να ηγηθεί του αγώνα για την επαναφορά και διεύρυνση των εργατικών, κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων και για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου κοινωνικού μετώπου για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, την κατάργηση των μνημονίων και την απαλλαγή της χώρας από τη μνημονιακή επιτροπεία.

Καθήκον λοιπόν των ταξικών δυνάμεων στο εργατικό κίνημα είναι αυτό και όχι απλά η κατάληψη θέσεων σε κάστρα χωρίς στρατό, αλλά και το γκρέμισμα των καστροπορτών για να τα καταλάβουν οι εργαζόμενοι.

Πιο εύκολο είναι κάποιος να κάνει ληστεία σε τράπεζα, παρά να παραβιάσει τα μέτρα ασφαλείας για να μπει στο κτήριο της ΓΣΕΕ!

Οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ λοιπόν πρέπει να είναι απέναντι στις δυνάμεις του νεομνημονιακού κυβερνητικού συνδικαλισμού, να διαχωριστούν από ψηφοδέλτια συνεργασίας -όπου υπήρχαν με τις δυνάμεις αυτές- για να μη χρησιμοποιείται η παράταξη ως περιφερόμενο πλυντήριο των συνδικαλιστικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.

Ταυτόχρονα οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ πρέπει να είναι σε μετωπική και ανειρήνευτη σύγκρουση με τις αντιλήψεις, νοοτροπίες και πρακτικές της συμβιβασμένης και  γραφειοκρατικής ηγεσίας του εργατικού κινήματος και με στραμμένο το βλέμμα τους έξω τα συνδικαλιστικά γραφεία, να απευθυνθούν στο σύνολο της εργατικής τάξης, Έλληνες και μετανάστες και κυρίως σ’ αυτό το τμήμα που είναι άνεργο, ελαστικά εργαζόμενο, χωρίς ΣΣΕ και με μισθούς πείνας και να το οργανώσουν στα συνδικάτα.

Σήμερα για να επανακινητοποιήσουμε τους εργαζόμενους χρειάζεται η διαμόρφωση μιας σωστής τακτικής που θα συνδυάζεται το μερικό με το γενικό και τα ιδιαίτερα προβλήματα με την ανάγκη της ανατροπής των μνημονίων, της διαγραφής τους χρέους και της εθνικοποίησης των τραπεζών, τη σύγκρουση και ρήξη με την Ευρωζώνη και την ΕΕ και την προώθηση ενός προγράμματος παραγωγικού μετασχηματισμού της χώρας και αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου υπέρ των λαϊκών στρωμάτων.

Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο, γιατί οι εργαζόμενοι θα νιώσουν στο «πετσί» τους την εφαρμογή των επώδυνων μέτρων που ψηφίστηκαν πρόσφατα, αλλά και αυτών που έρχονται την επόμενη περίοδο για τα εργασιακά με κύριες αιχμές τη διεύρυνση της «ευελιξίας» της εργασίας, τη νέα μείωση του κατώτατου μισθού και την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας και την επαναφορά του «δικαιώματος» της ανταπεργίας (lockout) των εργοδοτών.

Η πολιτικοποίηση των αιτημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος είναι αναγκαία, γιατί ακόμη και η λύση των επιμέρους αιτημάτων προσκρούει σε έναν μνημονιακό τείχος που αν δεν διαρραγεί δεν μπορούν να υπάρξουν προοδευτικές-ριζοσπαστικές λύσεις σε όφελος του λαού και της χώρας.

Η σωστή σχέση και σύνδεση στους εργατικούς-λαϊκούς αγώνες του μερικού με το γενικό θα μας προφυλάξει από τις απογοητεύσεις, αλλά και από την καλλιέργεια αυταπατών.

Τέλος η Εργατική Τάξη και τα συνδικάτα της πρέπει να οικοδομήσουν ένα ευρύτερο κοινωνικό μέτωπο δυνάμεων με όλα τα πληττόμενα από τα μνημόνια στρώματα, ιδιαίτερα τους μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες, επιστήμονες και αγρότες για να μπορεί το επόμενο διάστημα οι αγώνες να είναι αποτελεσματικοί και νικηφόροι.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ