Για το πρόγραμμα μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς

Για το πρόγραμμα μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής Αριστεράς

του Δημήτρη Μπελαντή από το 5ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" - 13/05/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1. Ο ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Η αφετηρία για το πρόγραμμα τόσο της ΛΑΕ ειδικότερα όσο και μιας σύγχρονης ανατρεπτικής Αριστεράς γενικότερα είναι ο στρατηγικός του ορίζοντας.

Με λίγα λόγια, που κατατείνει η προσπάθειά μας. Κατά την γνώμη μου, η όξυνση της δομικής καπιταλιστικής κρίσης αλλά και η μετατροπή της Ελλάδας σε «αποικία χρέους» και σε ζώνη εξαίρεσης, με τη συνενοχή του ελληνικού κεφαλαίου, δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο από το να θέσουμε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας των εργαζομένων και των συμμάχων τους.

Δεν μπορεί να υπάρξει κανένα διακριτό ή ενδιάμεσο στάδιο μιας προσωρινής ανεξάρτητης καπιταλιστικής ανάπτυξης σε συμμαχία με μια συγκροτημένη μερίδα του αστισμού.

Για τον επιπλέον λόγο ότι καμία συγκροτημένη μερίδα του αστισμού δεν επιθυμεί να μετάσχει σε ένα πείραμα απεμπλοκής από το διεθνές ιμπεριαλιστικό πλέγμα.

Το όχημα για τη σοσιαλιστική εξουσία μπορεί να είναι κυρίως η συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου της εργασίας και των εκμεταλλευόμενων και ενδιάμεσων τάξεων και, όταν προκύψουν οι ταξικοί όροι, η δυνατότητα μιας ριζοσπαστικής διακυβέρνησης.

Το Ενιαίο Μέτωπο δεν είναι μια άθροιση των σημερινών αριστερών σχηματισμών, αντιθέτως, η διαμόρφωσή του κυρίως μέσα από την κινηματική δράση μπορεί να «καταστρέψει» υπάρχοντες και να γεννήσει νέους αριστερούς και ανατρεπτικούς πολιτικούς σχηματισμούς.

Στα πλαίσια ενός μεταβατικού σοσιαλιστικού προγράμματος, θα τεθούν αιτήματα είτε άμεσα σοσιαλιστικά (κοινωνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων, εργατικός έλεγχος, όψεις σχεδιασμού της οικονομίας) είτε δημοκρατικά / ανεξαρτησιακά (κατάργηση Μνημονίων, ρήξη με ευρωσύστημα), τα οποία αποδυναμώνουν την εξουσία του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού και ενισχύουν την δική μας αντιηγεμονία και αντιεξουσία.

Το προχώρημα αυτών των αιτημάτων αναμφισβήτητα πάει πέρα από την ριζοσπαστική διακυβέρνηση και θέτει θέμα πολιτικής εξουσίας. Το ζήτημα της ρήξης με το ευρωσύστημα (ΕΕ, ευρωζώνη) αλλά και με άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΝΑΤΟ) είναι ενδιάμεσος προγραμματικός κόμβος και μάλιστα κρίσιμης σημασίας.

Όποιος καλόπιστα ή κακόπιστα εξασθενεί με την κριτική του αυτό το αίτημα, αντικειμενικά εξασθενεί το μεταβατικό πρόγραμμα και ενισχύει την παρούσα δομή καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής εξουσίας.

Δεν υφίσταται ούτε σταγόνα «διεθνισμού» στην αντίληψη ότι παρακάμπτοντας αυτό το καθήκον μπορούμε να συγκρουστούμε αποτελεσματικά με το ελληνικό και το διεθνοποιημένο κεφάλαιο.

Είναι σαν να ήταν δυνατόν να λυθεί το κοινωνικό ζήτημα στην Ελλάδα της κατοχής του ʼ40 παρακάμπτοντας τις γερμανικές και τις αγγλικές λόγχες. Όμως, από την άλλη μεριά, είναι εξίσου σημαντικό να ειπωθεί ότι το κρίσιμο ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας δεν είναι αταξικό.

Η ηγεμονία των εργαζομένων σε αυτό το πείραμα σημαίνει ότι:

α) θα ενισχυθεί το μερίδιο των μισθών και των εργατικών απολαβών γενικότερα στο εθνικό εισόδημα και

β) θα ενισχυθεί όχι μόνο ο δημόσιος τομέας και έλεγχος στα μέσα παραγωγής αλλά και η ανάπτυξη μορφών εργατικού ελέγχου και αυτοδιαχείρισης, ακόμη και πριν από την συνολική κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, η ενίσχυση μορφών που θα αμφισβητούν τις σχέσεις διεύθυνσης και εκτέλεσης στην παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων και αγαθών.

2. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ / ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Από την άλλη μεριά, οφείλουμε να λέμε την αλήθεια στον λαό και τους εργαζόμενους και να μην καλλιεργούμε μια ιδεοληπτική ρητορική.

Μια κοινωνία που ανασυγκροτείται μετά από μια κοινωνική καταστροφή και μάλιστα σε σύγκρουση με τον διεθνή ιμπεριαλισμό χρειάζεται και εργαλεία παραγωγής πλούτου και όχι μόνο εργαλεία αναδιανομής του μεταξύ των τάξεων. Αυτή η παραδοχή δεν είναι «φιλοκαπιταλιστική», είναι απόρροια της κοινής λογικής.

Σε αυτήν την διαδικασία παραγωγικής ανασυγκρότησης, πρέπει να επενδύσουμε σε νέες μορφές παραγωγής, κατανάλωσης και ανάπτυξης κοινών και δημοσίων αγαθών, σε μορφές καινοτομίας και έντονου κοινωνικού πειραματισμού.

Οι φορείς αυτού του σχεδίου θα είναι ένας αρκετά πιο εκτεταμένος και λιγότερο γραφειοκρατικός δημόσιος τομέας, ένας μικροεπιχειρησιακός και συνεταιριστικός τομέας και ένας κλασικός καπιταλιστικός τομέας υπό κοινωνικό και εργατικό έλεγχο και εφόσον θελήσουν οι φορείς του να παίξουν με τους όρους ενός φιλοριζοσπαστικού πλαισίου.

Μια τέτοια ασταθής και μεταβατική διακυβέρνηση θα χρησιμοποιήσει και το σχέδιο (ως δεσπόζον) και την ύπαρξη κέρδους και καπιταλιστικών/εμπορευματικών κινήτρων (ως κυριαρχούμενο στοιχείο).

Μια τέτοια μεταβατική οικονομία θα καλύπτει την εσωτερική ζήτηση και κοινωνικές ανάγκες αλλά, αναγκαστικά, θα παράγει και διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά.

Αν αυτό είναι όντως αναγκαίο (και είναι, γιατί πώς θα μπορούμε να καλύπτουμε ως χώρα το πεδίο των εισαγωγών;), το ζήτημα μιας μορφής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η οποία θα στηρίζεται ακόμη στην κυριαρχία καπιταλιστικών σχέσεων, αν και με μια πολιτική διεύθυνση που θα πηγαίνει προς τον μη καπιταλιστικό δρόμο, δεν είναι ούτε ανύπαρκτο ούτε αμελητέο.

Εφόσον θα υπάρχει εργατική/λαϊκή ηγεμονία σε αυτό το σχέδιο, θα πρέπει αυτή η ανταγωνιστικότητα να μη στηρίζεται στην υποτίμηση της εργατικής δύναμης αλλά είτε στην άνοδο της παραγωγικότητας και της καινοτομίας είτε στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων είτε σε κάποιες μορφές κρατικού προστατευτισμού.

Αν αντιθέτως πούμε ότι δεν μας ενδιαφέρει πώς θα είναι η παραγωγή υπό μια μεταβατική διακυβέρνηση ή και μετά την κατάληψη της εξουσίας, αυτό οδηγεί σε μια λογική που λέει ότι δεν θέλουμε όντως να διακυβερνήσουμε αλλά μόνο να δώσουμε το στίγμα μας στην διαμαρτυρία.

Παρά το ότι δεν βλέπω στο άμεσο μέλλον μια ανάδυση μιας πράγματι ριζοσπαστικής διακυβέρνησης, οφείλω να πω ότι από αρκετές πλευρές αυτή προβάλλεται πιο πολύ ως σύνθημα παρά ως πραγματική δυνατότητα άσκησης ριζοσπαστικής πολιτικής.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ