Η Εθνική Ένωσις «Ελλάς» και ο φασιστικός κίνδυνος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Η Εθνική Ένωσις «Ελλάς» και ο φασιστικός κίνδυνος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου

του Γιώργου Αλεξάτου από το 8ο φύλλο της εφημερίας "έξοδος 133" - 24/06/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Ιούνιος του 1931 και του 1933 σημαδεύτηκαν από γεγονότα που έδειχναν πως η Ελλάδα δεν ήταν απρόσβλητη από τον φασιστικό κίνδυνο και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία ο φασισμός επέλαυνε σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες.

Η πυρπόληση της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ στη Θεσσαλονίκη, στις 29 Ιουνίου 1931, και η οργανωμένη κάθοδος φασιστών στην Αθήνα, στις 24-25 Ιουνίου 1933, έφεραν στην επικαιρότητα μια οργάνωση που αποτέλεσε την πλέον μαζική απόπειρα συγκρότησης φασιστικού κινήματος στη μεσοπολεμική Ελλάδα.

Επρόκειτο για την Εθνική Ένωση «Ελλάς», που από τα αρχικά του τίτλου της, «ΕΕΕ», τα μέλη της – γνωστά και ως «χαλυβδόκρανοι»- ονομάστηκαν «τριεψιλίτες».

Βενιζελικός εθνικισμός, αντισημιτισμός και αντικομμουνισμός

Ενώ στην Αθήνα και σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ελλάδα, οι φασιστικές κινήσεις (με εξαίρεση τον φιλοφασιστικό Εθνικό Παμφοιτητικό Σύλλογο), υπήρξαν αναιμικές και άμαζες, ιδιαίτερη κινητικότητα εμφάνισαν στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα στη βόρεια Ελλάδα.
Για να κατανοήσουμε αυτή τη διαφορά, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη την αυξημένη επιρροή του βενιζελισμού (σημαιοφόρου του εθνικισμού και της επεκτατικής πολιτικής κατά τη δεκαετία του 1910) στην περιοχή, τον αντιεβραϊσμό των βενιζελικών, καθώς και την αντίθεση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού στην έντονη παρουσία του ΚΚΕ, το οποίο είχε ισχυρή επιρροή στον καπνεργατικό κλάδο, που αποτελούσε την αιχμή του δόρατος του μεσοπολεμικού εργατικού κινήματος.

Την αντικομμουνιστική τοποθέτηση τροφοδότησε η υιοθέτηση από το ΚΚΕ της θέσης για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη.

Πολύς κόσμος πειθόταν από την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, που εμφάνιζε το ΚΚΕ σαν όργανο του πανσλαβισμού.

Ιδιαίτερα ανήσυχοι από μια ενδεχόμενη απόσπαση της περιοχής από το ελληνικό κράτος ήταν οι πρόσφυγες, καθώς θεωρούσαν ότι θα εξαναγκάζονταν σε μια νέα προσφυγιά.

Ήδη στα 1926-28 ιδρύθηκαν στη Θεσσαλονίκη περί τις δέκα οργανώσεις φιλοφασιστικού προσανατολισμού, χωρίς όμως να αναπτύξουν ιδιαίτερη δραστηριότητα.

Εξαίρεση αποτέλεσε η Εθνική Ένωσις «Ελλάς» (ΕΕΕ), που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο 1927, κυρίως από εμπόρους, οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν πρόσφυγες. Σύντομα, πρόεδρος εκλέχτηκε ο Γεώργιος Κοσμίδης, έμπορος από τη Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε ανοίξει ραφείο στη Θεσσαλονίκη.

Ο αντισημιτισμός μέρους των προσφύγων εμπόρων σχετιζόταν άμεσα με την παραδοσιακά ισχυρή παρουσία των Εβραίων στην αγορά της πόλης, στην οποία οι ίδιοι μόλις είχαν εμφανιστεί.

Η διπλή αντίθεση της ΕΕΕ προς τους Εβραίους και τους κομμουνιστές ήταν που προκάλεσε την προσέγγισή της από βενιζελικούς παράγοντες, οι οποίοι τη στήριξαν και την ενίσχυσαν ποικιλοτρόπως.

Άλλωστε, μέχρι το 1934 δεν εμφανιζόταν με τη μορφή πολιτικής οργάνωσης ή κόμματος, αλλά ως κίνηση πατριωτική, χωρίς φιλοδοξίες αυτοτελούς παρέμβασης στην πολιτική ζωή.

Σταδιακά, η οργάνωση γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη, δημιουργώντας παραρτήματα και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας.

Το καλοκαίρι του 1931 διέθετε 12 παραρτήματα και συνολικά 3.000 μέλη.

Τότε ήταν που έγινε πανελληνίως γνωστή, αυξάνοντας μέχρι τον Απρίλιο 1932 τα παραρτήματα σε 27 και τα μέλη της σε 7.000.

Αιτία αυτής της οργανωτικής εκτίναξης ήταν τα γεγονότα του Ιουνίου 1931.

Η πυρπόληση της συνοικίας Κάμπελ

Η συμμετοχή αντιπροσωπείας της οργάνωσης της εβραϊκής νεολαίας της Θεσσαλονίκης, Μακαμπή, σε Συνέδριο στη Σόφια, όπου συζητήθηκε η προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους, θεωρήθηκε πρόκληση από τους ελληνικούς εθνικιστικούς κύκλους.

Αποκορύφωμα των συγκρούσεων με την εβραϊκή κοινότητα υπήρξε η επίθεση της νύχτας της 29ης Ιουνίου στον αποτελούμενο από φτωχικά παραπήγματα εβραϊκό συνοικισμό Κάμπελ, όπου ζούσαν κυρίως λιμενεργάτες και καπνεργάτες.

Την επίθεση πραγματοποίησαν περίπου 2.000 άτομα, μέλη της ΕΕΕ και άλλων μικρότερων οργανώσεων, αλλά και πρόσφυγες από γειτονικούς συνοικισμούς.
Εκτός όλων των άλλων, ένας από τους λόγους της κινητοποίησης των προσφύγων ήταν και η διεκδίκηση του χώρου όπου ήταν εγκατεστημένοι οι Εβραίοι.

Κατά την επίθεση, ο συνοικισμός επιχειρήθηκε να πυρποληθεί στο σύνολό του, με αποτέλεσμα την καταστροφή δεκάδων παραπηγμάτων, ενώ δολοφονήθηκαν ο Εβραίος Λεόν Βιντάλ και ο φούρναρης Παναγιώτης Παππάς, που προσπάθησε να βοηθήσει τους Εβραίους.

Αν και ο υπουργός – γενικός διοικητής Μακεδονίας, Στυλιανός Γονατάς, διέταξε τη σύλληψη των υπεύθυνων του εμπρησμού, σύντομα απομακρύνθηκε από τη θέση του, καθώς ήταν γνωστή η στήριξη που παρείχε στην ΕΕΕ.

Εντούτοις, τον Απρίλιο 1932, στη δίκη των ηγετών της οργάνωσης και του αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Μακεδονία», Νικόλαου Φαρδή, που με την αρθρογραφία του είχε συμβάλλει στις επιθέσεις, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Παράλληλα με την αντιεβραϊκή δράση της, η ΕΕΕ πραγματοποιούσε επιθέσεις σε γραφεία συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και σε απεργούς, συνήθως σε συνεργασία με την αστυνομία, ενώ σε συμπλοκή με κομμουνιστές, στις 20 Αυγούστου 1932, οι χαλυβδόκρανοι δολοφόνησαν τον εργάτη Χαρίτωνα Στραμπουλίδη.

Επεκτείνοντας τη δράση της και πέρα από τη Μακεδονία, η ΕΕΕ συγκρότησε παραρτήματα στα Γιάννενα και στην Πάτρα, αλλά και στην Αθήνα, κυρίως σε συνοικισμούς προσφυγικούς, όπου εξακολουθούσαν να έχουν ισχυρή επιρροή οι βενιζελικοί, που ενίσχυαν ποικιλοτρόπως την ΕΕΕ, ενώ μόλις τότε άρχιζε να αποκτά προσβάσεις το ΚΚΕ.

Η κάθοδος στην Αθήνα

Στις 24 και 25 Ιουνίου 1933 περίπου 1.500 τριεψιλίτες και μέλη του Σώματος Ελλήνων Αλκίμων, νεολαίας της ΕΕΕ, αλλά και άλλων φασιστικών οργανώσεων, πραγματοποίησαν «κάθοδον εις Αθήνας», αντιγράφοντας την «πορεία προς τη Ρώμη» των ιταλών φασιστών του 1922, αν και όχι, βέβαια, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας. Την κάθοδο συνόδευσαν εκτεταμένα επεισόδια, καθώς οι μιμητές του Μουσολίνι βρέθηκαν αντιμέτωποι με συγκροτημένες δυνάμεις του ΚΚΕ και των αρχειομαρξιστών.

Το τρένο που είχαν ναυλώσει για την κάθοδο από τη Θεσσαλονίκη δέχτηκε άγριο λιθοβολισμό στη Λάρισα, αλλά και στον Κόκκινο Μύλο στην Αθήνα, ενώ στην οδό Κωνσταντινουπόλεως ανταλλάχθηκαν και πυροβολισμοί, από τους οποίους τραυματίστηκε βαριά ο 35χρονος λιμενεργάτης Ανάργυρος Πικραμένος, που εξέπνευσε λίγες μέρες αργότερα.

Οι φασίστες παρακολούθησαν λειτουργία στη Μητρόπολη, όπου τους ευλόγησε ο Μητροπολίτης Βέροιας Πολύκαρπος, και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν σε στρατιωτικούς σχηματισμούς στην πλατεία Συντάγματος για κατάθεση στεφάνου στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Εκεί τους υποδέχτηκε ο  Γονατάς, ως πρόεδρος της Γερουσίας, και οι υπουργοί Εσωτερικών, Ιωάννης Ράλλης (ο μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός), και Δικαιοσύνης, Σπυρίδων Ταλιαδούρος.

Όλ’ αυτά γίνονταν χωρίς να σταματήσουν οι συγκρούσεις των κομμουνιστών με την αστυνομία  και τους χαλυβδόκρανους. Αποτέλεσμα ήταν οι συλλήψεις περίπου 200 κομμουνιστών και ο θάνατος από σφαίρα του κομμουνιστή εργάτη Παναγιώτη Θωμόπουλου.

Επρόκειτο για την τελευταία εκδήλωση κατά την οποία οι τριεψιλίτες είχαν την πλήρη συμπαράσταση του κρατικού μηχανισμού. Κι αυτό γιατί, αμέσως μετά την «κάθοδο», η ΕΕΕ θα προσανατολιστεί στην αυτόνομη πολιτική παρέμβασή της, με τον μετασχηματισμό της σε πολιτικό κόμμα.

Η αποτυχημένη αυτοτελής συγκρότηση

Η πρώτη απόπειρα αυτόνομης πολιτικής παρέμβασης έγινε με τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές του 1934. Αν και σημείωσαν σχετική επιτυχία στα Γιάννενα και στην Κοκκινιά, στη Θεσσαλονίκη απέτυχαν. Ο υποψήφιος δήμαρχος της ΕΕΕ Βορτσέλας πήρε μόλις 800 ψήφους, σε σύνολο 32.500, με το ΚΚΕ να παίρνει 2.500 και 400 οι αρχειομαρξιστές.

Το κύκνειο άσμα της απόπειρας της ΕΕΕ (που είχε μετονομαστεί σε  Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα – ΕΕΕ) να συγκροτηθεί σε μαζικό πολιτικό οργανισμό αποτέλεσαν οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936, κατά τις οποίες δεν συγκέντρωσε παρά  505 ψήφους, που αντιπροσώπευαν ποσοστό μόλις 0,04%. Μερικούς μήνες αργότερα, με την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, η ΕΕΕ θα διαλυθεί, για να ανασυσταθεί το 1941, μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Γερμανούς.

Η ιστορία της ΕΕΕ, της πιο μαζικής και δραστήριας από τις οργανώσεις φασιστικού προσανατολισμού της μεσοπολεμικής περιόδου, αποτελεί απόδειξη των στενών σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ φασιστών και τμημάτων του αστικού πολιτικού κόσμου, στη συγκεκριμένη μάλιστα περίπτωση, κυρίως των βενιζελικών. Οι σχέσεις αυτές και η πολιτική κάλυψη που εξασφάλιζαν, οπωσδήποτε συνέβαλαν στη σχετική μαζικοποίηση της οργάνωσης. Εντούτοις, παραμένει το ερώτημα για το κατά πόσο όλοι αυτοί οι πολιτικοί παράγοντες είχαν ενστερνιστεί τη φασιστική ιδεολογία ή αν απλώς χρησιμοποιούσαν τις σχέσεις τους με την ΕΕΕ για δικές τους σκοπιμότητες.

Το πιο σημαντικό είναι ότι η ανάπτυξη μεγάλων εργατικών αγώνων στα μέσα της δεκαετίας του 1930, παράλληλα με τη διαμόρφωση μιας άτυπης αλλά δυναμικής ευρύτερης λαϊκής συμμαχίας της εργατικής τάξης με μικροϊδιοκτητικά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, αφαιρούσαν τη βάση για μια πιθανή ανάπτυξη μαζικού φασιστικού κινήματος. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο θα ήταν η υποτελής συμμαχία των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων με το κεφάλαιο κατά της εργατικής τάξης, κάτι που στην Ελλάδα δεν έγινε.

Επιπλέον, με νωπές τις μνήμες και ζωντανές τις συνέπειες από την τραγική κατάληξη του επεκτατισμού με τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν ήταν και τόσο αποδεκτή η εθνικιστική ρητορική των φασιστών.

Άλλωστε και το ΚΚΕ, έχοντας εγκαταλείψει τη θέση για ανεξάρτητη Μακεδονία-Θράκη, μπορούσε να αντικρούσει πολύ πιο εύκολα τις όποιες κατηγορίες των αντιπάλων του.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ