ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

του Γιάννη Μιχάλαρου* - 19/01/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Στις 17/01 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο από την εφημερίδα “Πρώτο Θέμα” που αναφερόταν σε διορισμούς συγγενών του Ιάσονα Σχινά-Παπαδόπουλο, του γραμματέα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. (λεπτομέρειες εδώ). Την επόμενη μέρα ήρθε η απάντηση από τον γραμματέα η οποία, λόγω της ουσιαστικής απουσίας τοποθέτησης του απέναντι στους ισχυρισμούς της φυλλάδας, τους επιβεβαίωσε.

Η υπόθεση γεννάει πολλά ερωτήματα και φυσικά προσφέρει μπόλικη τροφή για συζήτηση. Δυστυχώς όμως, περιστρέφεται στο “πως είναι δυνατόν η κυβέρνηση της αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς να συνεχίζει το έγκλημα των πελατειακών σχέσεων”;

Είναι τελικά δυνατόν; Ναι, είναι. Οι θέσεις στις οποίες μπήκαν οι συγγενείς του, είναι θέσεις κλειδιά. Λόγω της ιδιαιτερότητας και της κρισιμότητας τους, επιλέγεται να τις πλαισιώσουν έμπιστοι άνθρωποι. Μπορεί το αστικό στρατόπεδο να εμπιστεύεται την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να περάσει τα μέτρα που θέλει και να χειροκροτάει την αντι-λαική μετάλλαξη της, αλλά παράλληλα δε σημαίνει πως ο Τσίπρας δεν κυβερνάει σε ανταγωνιστικές συνθήκες.

Νιώθοντας την ανάσα της Νέας Δημοκρατίας κοντά, τις προσπάθειες των υπόλοιπων κομμάτων να εκμεταλλευτούν την πολιτική υπεραξία των κενών της διακυβέρνησή της και λόγω των πρόσφατων αποχωρήσεων, προσπαθεί να ”μπαζώσει” διαρροές, να συσπειρώσει τα μέλη της και να εξασφαλίσει την πολιτική στόχευση που έχει ορίσει. Ένας τρόπος είναι και ο διορισμός έμπιστων ατόμων σε σημαντικές θέσεις, τα οποία είναι μέλη του κόμματος και μοιράζονται το ίδιο όραμα.

Πολλές φορές σε προσωπικές αντιπαραθέσεις για το πελατειακό ζήτημα είχα τονίσει πως “40 χρόνια οι δήμιοι του λαού είχαν τους δικούς τους ανθρώπους και έκαναν κουμάντο και πως είναι απαραίτητο, τα επόμενα 40 χρόνια να αντιστραφούν οι ρόλοι”. Το ξανατονίζω. Η επιλεκτική στελέχωση σημαντικών θέσεων ήταν και είναι πάντα μέσα στο πρόγραμμα. Και έτσι πρέπει να γίνεται.

Είτε μιλάμε για αστική δημοκρατία, είτε μιλάμε για εργατική εξουσία.

Ακόμα και στο εργατικά δίκαιο σύστημα, του Σοσιαλισμού, τα ηνία θα τα αναλάβουν οι αγωνιστές που ίδρωσαν και μάτωσαν για να τον επιβάλλουν. Όχι λόγω επιθυμίας τους για προνόμια ή βραβεύσεις αλλά λόγω αναγκαιότητας. Η λήψη των κεντρο-πολιτικών αποφάσεων θα πρέπει να είναι υπόθεση αυτών που είναι αποφασισμένοι να τις εφαρμόσουν.

Η ένσταση στην περίπτωση του Ιάσονα Σχίνα είναι ότι δεν ανήκει, πλέον, στον κόσμο του αγώνα. Μιλάμε για έναν πολιτικό που ανήκει σε μία κυβέρνηση η οποία ξεπουλήθηκε και συνεχίζει τις πολιτικές εξαθλίωσης και φτωχοποίησης της εργατικής τάξης. Αυτή τη στιγμή, στις θέσεις κλειδιά, υπάρχουν πολιτικοί οι οποίοι συναινούν στο έγκλημα κατά της αδύναμης κοινωνικής τάξης και το συνεχίζουν. Πολιτικοί προερχόμενοι από κινηματικούς αγώνες, που την κρίσιμη στιγμή επέλεξαν να τους προδώσουν.

Το πρόβλημα εντείνεται με την επίκλησή του σε αγωνιστές που έδωσαν την ζωή τους για τα συμφέροντα του λαού. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να δικαιολογήσει τους διορισμούς συγγενών του. Όμως, το παρελθόν δεν παύει να είναι παρελθόν.

Γιατί αν δεν πάψει και αποτελέσει αυτόματος και αποκλειστικός οδηγός στο σήμερα, τότε ταυτόχρονα δίνεται συγχωροχάρτι σε πολλούς που ισοπέδωσαν τα εργατικά συμφέροντα. Ο “σύντροφος” επιλέγει μία στάση με την οποία στριμώχνεται ακόμα περισσότερο στον τοίχο και θυμίζει πρακτικές και επιχειρήματα προηγούμενων ετών. Πρακτικές που η ίδια η οργάνωσή του καταδικάζει και όταν την κατηγορούν για αυτές, τις καταγγέλλει και κουνάει το δάκτυλο.

Επιπλέον, η αντίφαση της φιλοσοφίας του με αυτές των προγόνων του είναι τεράστια.

Η πολιτική που ασκεί δε μπορεί να ταυτιστεί με τις σκοπιές στις οποίες πάλεψαν οι παππούδες του. Τα κόκαλα τους τρίζουν! Ο ρεφορμισμός δεν εμπνέεται από την πραγματική ταξική πάλη αλλά από τους συμβιβασμούς και τα “there is no alternative”. Από τις αρνήσεις σύγκρουσης με τα συμφέροντα των πλουσίων και τα ξεπουλήματα των λαϊκών εντολών. Εν κατακλείδι, η οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης των πραγματικών ταξικών πάλεων από ανθρώπους που πρόδωσαν τη βούληση του λαού μπορούν να χαρακτηριστούν τουλάχιστον ως βλάσφημες και αισχρές.

Ίσως για πολλούς φαντάζει παράλογη η θέση που πήρε σε αυτή την υπόθεση. Η αλήθεια όμως βρίσκεται στο ότι δεν είναι επιλογή του να μην δώσει απαντήσεις και να πετάει τη μπάλα στην εξέδρα. Δεν έχει απαντήσεις. Επιλέγει να μην έχει απαντήσεις. Έχει αυταπάτες τις οποίες ισχυροποιεί προκειμένου να παρηγορηθεί για την προδοτική του στάση απέναντι στο λαό και για να ικανοποιήσει πιθανές φιλοδοξίες.

Η εναπομείνασα νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, τα πρώτα χρόνια της κρίσης βρισκόταν συνεχώς στο δρόμο και σε διαδικασίες συνεχούς διεκδίκησης. Είχε κινδυνέψει από τους κρατικούς μηχανισμούς και είχε στοχοποιηθεί αρκετές φορές. Δυστυχώς προτίμησε να ξεχάσει αυτούς τους αγώνες, να φορέσει τα θεσμικά παράσημα και να επιλέξει να εμπλουτίσει το βιογραφικό της αρνούμενη να συνεχίσει στην ίδια αγωνιστική κατεύθυνση. Δεν έχει δικαίωμα να επικαλείται το ΕΑΜ, την ΕΠΟΝ. Τα δικαιώματά της φτάνουν στα όρια του Μαξίμου και όχι στους δρόμους, στους χώρους δουλειάς, στα αμφιθέατρα.

Η πολιτική απομόνωση αυτών των απόψεων είναι μονόδρομος και η αποτελεσματικότητα της επιρροής τους, εκτός από το ότι κρίνεται σε συγκεκριμένο μικρό target group, έχει σύντομη ημερομηνία λήξης. Οι δικαιολογίες τέλειωσαν.  Τα μέλη της επέλεξαν αυτή τη συνθήκη στηρίζοντας το 3ο μνημόνιο και πρέπει να το “σεβαστούμε”.

*Ο Γιάννης Μιχάλαρος είναι φοιτητής στο τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ