Ένας χρόνος μετά το δημοψήφισμα…

Ένας χρόνος μετά το δημοψήφισμα…

του Γιάννη Μιχάλαρου από το 9ο φύλλο της εφημερίδας "έξοδος 133" - 08/07/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

«28 Ιουνίου 2015» έγραφε το ημερολόγιο όταν ο πρωθυπουργός Τσίπρας ανήγγειλε δημοψήφισμα για τις 5 Ιουλίου, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή προς πρόκειται ο ελληνικός λαός να πάρει θέση σχετικά με το αν θα υιοθετηθεί η πρόταση των εταίρων ή όχι.

Τόσο από τους κοινωνικούς αγώνες του κινήματος όσο και από την τρομοκρατία που έσπειραν τα ΜΜΕ, φοβούμενα μία πιθανή ρήξη με τους εταίρους, το δίλλημα απέκτησε μία διαφορετική πολιτική χροιά και μετατράπηκε σε «ναι» ή «όχι» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έπειτα, ακολούθησε μία έντονη εβδομάδα πολιτικών ζυμώσεων.

Ο διχασμός της ελληνικής κοινωνίας κυριάρχησε, με αποτέλεσμα να υπάρξουν ευχάριστες στιγμές (ναι είμαι οπαδός του διχασμού).

Οι υποστηρικτές και των δύο θέσεων ξεχύθηκαν στους δρόμους, προβάλλοντας τη δυναμική τους.

Συγκεντρώσεις, αντισυγκεντρώσεις και πορείες γέμισαν το πρόγραμμα του 7ήμερου.

Αντιπαραθέσεις, τσακωμοί, ξύλο σε οικογένειες και παρέες.

Συνθήματα να γεμίζουν τους τοίχους και η ταξική αντιπαράθεση να φτάνει στο κόκκινο.

Δημόσιες απειλές από κορυφαία πολιτικά στελέχη εκείνης της εποχής (θυμηθείτε Μειμαράκη και Μπακογιάννη), κλείσιμο των τραπεζών μέσω των capital controls και αναβρασμός στο σύνολο της κοινωνίας.

Ύστερα ήρθε το πανηγυρικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και το πανηγυρικό, από την πλευρά του κεφαλαίου, ξεπούλημα του.
Τι συμπεράσματα όμως μπορούμε να αντλήσουμε από αυτές τις εξελίξεις; Θα αναφέρω κάποια βασικά.

Συμπεράσματα

Καταρχάς, επιτρέψτε μου να τονίσω τον ρόλο του Συριζα που ξεκαθαρίστηκε ακόμα περισσότερο.

Οι απόψεις περί «αστικού κόμματος» διαψεύστηκαν καθώς, όσο και να μας πονάει και να υπογραμμίζει την ανεπάρκεια της επαναστατικής αριστεράς και της αναρχίας, το βασικό όχημα του «όχι» ήταν  το συγκεκριμένο κόμμα.

Ξεπουλώντας το στη συνέχεια, αποδείχθηκε γιατί αποτελεί τον ορισμό του «ρεφορμισμού» και γιατί η ριζοσπαστική διακυβέρνηση του υπάρχοντος συστήματος δεν αρκεί για να αλλάξει ο κόσμος.

Επιπλέον, τονίστηκε η έλλειψη εναλλακτικής πρότασης από τον κόσμο του αγώνα.

Ακόμα και όταν διέρρευσε η σκέψη του Λαφαζάνη για «ντου» στο Νομισματοκοπείο, έλειπαν οι απαντήσεις του «πως» και του «ποιοι».

Η αναρχία αρκέστηκε στις συζητήσεις «καφενείου» στα Εξάρχεια και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αναλώθηκε στις συζητήσεις σχετικά με τη Λα.Ε και στα εσωτερικά της προβλήματα.

Τα πολιτικά υποκείμενα δυστυχώς συνέχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους ως αντιπολίτευση και να μην ξεπερνάνε τα όρια του συμπληρωματικού ρόλου στην κοινωνία που κατείχαν.

Όλη αυτή η παθογένεια του κόσμου του κινήματος έδωσε τα περιθώρια στους συνθηκολόγους να παίξουν το χαρτί ‘’TINA’’, να κερδίσουν τις εκλογές και να πετάξουν έξω από το κοινοβούλιο την αριστερή πλατφόρμα, διαμορφώντας μία βουλή κατά 95% μνημονιακή.

Το αστικό μπλοκ έδειξε για άλλη μια φορά το αδιάλλακτο και σκληρό πρόσωπο.

Οι δημόσιες απειλές και το κλείσιμο των τραπεζών μόνο τυχαίες δεν ήταν.

Η προσπάθεια του να χτίσει κίνημα στο δρόμο και να διεκδικήσει την ηγεμονία με εργαλεία της Αριστεράς, έδειξαν μία κατεύθυνση α λα Μαϊντάν.

Η Χρυσή Αυγή, αποφεύγοντας να λάβει μέρος φανερά στον χορό, έμεινε αλώβητη, διατήρησε τα ποσοστά της και συνέχισε να καραδοκεί.

Παρατηρώντας τα γεγονότα από μία πιο κοντινή σκοπιά, αυτό το 7ήμερο προσέφερε τη δυνατότητα ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού να ριζοσπαστικοποιηθεί.

Χαρακτηριστικά θυμάμαι φίλους μου, με μία οικογενειακή παράδοση στην δεξιά να υποστηρίζουν φανατικά το «όχι» και για πρώτη φορά στη ζωή τους να σχηματίζουν μία ολοκληρωμένη πολιτική γνώμη στηριζόμενη σε επιχειρήματα και ιστορικές αναφορές.

Σε κάθε τραπέζι, σε κάθε παρέα δεν έλειπε ποτέ από τη θεματολογία των συζητήσεων το «τι θα κάνουμε στο δημοψήφισμα».

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, χωρίς καμμία κινηματική και πολιτική εμπειρία κατέβηκαν στους δρόμους, υποστηρίζοντας φανατικά το «’όχι» συμβάλλοντας στο ρεύμα το οποίο ήταν υπεύθυνο για το αποτέλεσμα.

Ακόμα και τα έντονα προβλήματα των επαναστατικών, πολιτικών υποκειμένων αποτέλεσαν αφορμή ενός πολιτικού διαλόγου αυτοκριτικής και αναζήτησης τακτικής, που καλά έκανε και άρχισε αν και συνεχίζεται ακόμα.

Τέλος, όσο εκβιαστική ήταν η κατάσταση των capital controls για τους αστούς, τόσο δεν ήταν για την εργατική τάξη.

Η δωρεάν μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το όριο αναλήψεων το οποίο αρκούσε για μία αξιοπρεπή ζωή και η διαγραφή προστίμων, έφτιαξαν ένα καθεστώς στο οποίο μόνο οι πλούσιοι είχαν το πρόβλημα.

Η ζωή του φτωχού και εξαθλιωμένου κομματιού του λαού, από τα μέτρα λιτότητας, επηρεάστηκε προς το καλύτερο, χτίζοντας ένα πρόπλασμα για την κοινωνία που διεκδικούμε.

Επόμενη περίοδος

Οι επόμενοι μήνες εξελίχθηκαν με παραπάνω αντιλαϊκά μέτρα, με ένα εξασθενημένο κίνημα και με μία Ευρωπαϊκή Ένωση να οδεύει προς τον γκρεμό.

Φτάνουμε σε ένα σήμερα που ξεχνάμε την παρακαταθήκη του δημοψηφίσματος το οποίο δεν θα τιμηθεί με ακόμα μία συγκέντρωση στο Σύνταγμα.

Δεν θα τιμηθεί με μία κινητοποίηση «να ‘χαμε, να λέγαμε».

Θα τιμηθεί, επενδύοντας στη ριζοσπαστικοποίηση του λαού, που παραμένει εώς κάποιο βαθμό, χτίζοντας το δικό μας στρατόπεδο και κάνοντας ικανό να παραχθεί μία εναλλακτική πρόταση για την ανάληψη της εξουσίας και ενός σχεδίου για τη διέξοδο από την κρίση.

Οι πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν αυτή την προοπτική δυστυχώς αποπροσανατολίζονται από το πραγματικό πρόβλημα εστιάζοντας αποκλειστικά στο πώς θα διατυπωθεί ένα σύγχρονο και επικοινωνιακό αίτημα που να αγγίζει τον λαό, αποφεύγοντας να χτίσουν μηχανισμούς που να είναι ικανοί να πραγματοποιήσουν το κάθε «ντου στο Νομισματικοπείο».

Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια.

Οι αστοί δυσκολεύονται να βρουν λύση και να φέρουν την πολιτική σταθερότητα με τα εργαλεία της αστικής διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα η εφαρμογή πιο ακραίων επιλογών να φαντάζουν ως ιδανικές.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ