«Αδαμαντία»: Θεατρικός μονόλογος μέσα από τις 120 επιστολές μιας γυναίκας που λαχτάρησε...

«Αδαμαντία»: Θεατρικός μονόλογος μέσα από τις 120 επιστολές μιας γυναίκας που λαχτάρησε πράγματα και δεν τα έζησε

του Δημήτρη Κατσορίδα - 15/04/2016

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

«Αδαμαντία». Αυτός είναι ο τίτλος του έργου του Παναγιώτη Μέντη, σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, μουσική Σταύρου Σιόλα και ερμηνεύτρια-πρωταγωνίστρια του ρόλου, τη Μάνια Παπαδημητρίου. Το έργο θα παίζεται έως τις 26 Aπριλίου 2016, στο Θέατρο Τέχνης, Πεσμαζόγλου 5 (στη Στοά του Βιβλίου). Σε τι αναφέρεται, όμως, το έργο, που έχει αυτόν τον παράξενο τίτλο; Η «Αδαμαντία» είναι ένας θεατρικός μονόλογος που δημιουργήθηκε από τα γράμματα της κυρίας Αδαμαντίας προς το σύζυγό της, ο οποίος διέμενε στην Αίγυπτο. Τα εν λόγω γράμματα, τα είχε κρατήσει ο Γιώργος Λαζάνης (1928-2006), μάλλον ως πιθανό υλικό για κάποια παράσταση. Ο σκηνοθέτης Κώστας Καπελώνης τα ανακάλυψε και τα παρέδωσε στον Παναγιώτη Μεντή, ο οποίος δημιούργησε το προαναφερθέν θεατρικό έργο.

Το έργο εξιστορεί την προσωπική ιστορία της κυρίας Αδαμαντίας, που εξελίσσεται με βάση
120 επιστολές, μέσω των οποίων επικοινωνούσαν η ίδια και ο σύζυγός της, που διέμενε στο Κάιρο. Γράμματα λιτά, άνευρα, άχρωμα, ρουτινιάρικα, που δεν εκφράζουν συναισθήματα: «Αγαπητή Αδαμαντία» ο μεν, «Αγαπητέ Γιάννη» η δε. «Είμαι καλά, το αυτό επιθυμώ και δι εσέ!», η στερεότυπη συνέχεια. Μια εξ αποστάσεως συζυγική ζωή. Μια τύποις συζυγική ζωή. Μια χαμένη ζωή και για τους δύο. Η κυρία Αδαμαντία είναι μια γυναίκα καθημερινή, συνηθισμένη, η οποία λαχτάρησε πράγματα και δεν τα έζησε. Λαχτάρησε να ζήσει, να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Είναι μια γυναίκα με καταπιεσμένα συναισθήματα, συσσωρευμένα, μια γυναίκα της διπλανής πόρτας που παρατηρεί απλά τα ιστορικά γεγονότα χωρίς να τα ζει, προσπαθώντας να μεγαλώσει τα παιδιά της. «Οι άνθρωποι όταν ζουν, δεν ξέρουν τι ζουν», μονολογεί.

«Δεν ξέρω αν σε αγαπώ ή σε μισώ»

Τι θα είχε συμβεί αν είχε πάρει άλλο δρόμο στη ζωή της; Τον Β και όχι τον Α δρόμο, τον Γ και όχι τον Β; Δεν ήξερε αν αγάπησε πραγματικά τον άνδρα της. Αισθάνεται ώρες-ώρες ότι τον μισεί. Αν υπήρχε τρόπος να εξαφανισθεί, αναρωτιέται. «Δεν ξέρω αν σε αγαπώ ή σε μισώ, γιατί όποτε σε χρειάστηκα δεν ήσουνα εδώ», λέει αγανακτισμένη, για να συμπληρώσει, «το λιμάνι της γυναίκας είναι μια αγκαλιά. Δεν αναπληρώνει η αλληλογραφία τη ζωή».

Η ζωή και η καταγραφή της, δείχνουν ταυτόχρονα την πορεία της από τη Λήμνο, πριν ακόμη από τη γερμανοϊταλική Κατοχή, προς την Αίγυπτο μέχρι την εποχή Νάσερ και κατόπιν τη μετεμφυλιακή Ελλάδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του γέρου Παπανδρέου, της δικτατορίας του 1967, του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης. Μέσα από τη προσωπική της ζωή σκιαγραφείται, με κωμικοτραγικό τρόπο, όλη η νεότερη ελληνική ιστορία και η καθημερινότητα των ανθρώπων.

Στην προσπάθεια της να επιβιώσει και να αναθρέψει τα τρία της παιδιά αναγκάζεται να συμβιβαστεί ποικιλοτρόπως σε ένα μικρο-αστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη της μετεμφυλιακής περιόδου, καθώς επίσης στην εκάστοτε κατάσταση (πολιτική και κοινωνική) που θα βρεθεί κάθε φορά.

«Μια ζωή φορτωμένη με υποχρεώσεις και άδεια από τη ζεστασιά του άλλου, του συντρόφου, του συζύγου, του ανθρώπου που ολοκληρώνει την ύπαρξή μας, θεραπεύοντας τις ανάγκες του σώματος και της ψυχής», όπως λέει σε σημείωμά του ο συγγραφέας του έργου, Παναγιώτης Μέντης. Για να συμπληρώσει ότι «Γράφοντας τη μυθοπλασία της ζωής αυτής της γυναίκας, προσπάθησα να αφουγκρασθώ τι υπήρχε κάτω από τις λέξεις της. Όσες διάβασα κι όσες τη χρέωσα να πει. Γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, βιώνουμε τις συνθήκες δουλειά, γάμος, παιδιά. Παράλληλα όμως είμαστε διαρκώς άνθρωποι.

Κι ο άνθρωπος ακόμα και ο πιο σκληρός, κι ο πιο εξασκημένος στη μοναξιά ή την αυταπάρνηση, είναι άνθρωπος. Και σαν άνθρωπος λαχταρά! Θέλει να πάρει και να δώσει.
[…] Αυτές οι ομολογημένες και οι ανομολόγητες επιθυμίες είναι η ιστορία του κόσμου όλου. Οι προσωπικές ιστορίες είναι το νερό στο μύλο της ιστορίας, της αληθινής ιστορίας που δεν γίνεται ποτέ βιβλίο, γίνεται όμως αίσθημα και πείρα που αν τα σεβαστούμε μαθαίνουμε πολλά».

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ